Πέμπτη 12 Αυγούστου 2010

Ποιοί κατέστρεψαν τους αρχαίους Ναούς;

ΠΟΙΟΙ ΚΑΤΕΣΤΡΕΨΑΝ ΤΟΥΣ ΑΡΧΑΙΟΥΣ ΝΑΟΥΣ;

Πρωτοπρ. Κυριακού Τσουρού
Γραμματέως της Σ. Ε. επί των αιρέσεων
Πολλά από τα «νεοεθνικά» ρεύματα, που δραστηριοποιούνται και στην Ελλάδα, ισχυρίζονται συχνά, ότι oι χριστιανοί κατέστρεψαν τους ναούς, τα ιερά και τα αγάλματα της αρχαίας ελληνικής θρησκείας, καταστρέφοντας, έτσι, έργα τέχνης και μνημεία πολιτισμού. Για να στηρίξουν αυτό τον ισχυρισμό τους, επιστρατεύουν μεμονωμένα περιστατικά και προβάλλουν περιπτώσεις ακραίας συμπεριφοράς ως την επίσημη γραμμή της Χριστιανικής Εκκλησίας κατά της αρχαίας θρησκείας.
«
Η Ορθοδοξία κατέστρεψε τους ναούς μας», λένε1. Σε ερώτηση: «Τι πρόσφερε η Ορθοδοξία στους Έλληνες;», δίδεται η απάντηση: «Την καταστροφή όλων των ναών, των έργων τέχνης και των βιβλιοθηκών»2. Οι χριστιανοί «έκαψαν όσα βιβλία δεν τους βόλευαν, βεβήλωσαν τα ελληνικά ιερά, κομμάτιασαν τα αγάλματα, γκρέμισαν τους ελληνικούς ναούς, καταλήστεψαν τον εθνικό πληθυσμό»3. Σε συκοφαντικό άρθρο κατά του Χριστιανισμού, υποστηρίζεται για τους χριστιανούς, ότι «Η πρώτη τους κίνηση ήταν να καταστρέφουν τους ναούς και τα αγάλματα των Ελλήνων στερώντας έτσι τον κόσμο από ανεπανάληπτα δημιουργήματα της αρχαίας τέχνης, για να μη μείνει ίχνος από τη "βδελυρή θρησκεία των ειδώλων"»4. Υπήρχε, λένε, ένα κατευθυντήριο «σχέδιο», το οποίο κατηύθυνε τις «χριστιανικές μάζες» ώστε να καταστρέψουν ό,τι ελληνικό. «Δεν πρέπει ποτέ να ξεχνάμε εμείς οι Έλληνες», γράφουν, «ότι τα ακρωτηριασμένα αγάλματα που θαυμάζουμε σήμερα στα μουσεία, οι ερειπωμένοι ναοί μπροστά στους οποίους εκστασιάζονται οι καλλιτεχνικές φύσεις και οι αρχαιόφιλοι... δεν είναι παρά τα φτωχικά λείψανα τρομερoύ μακελλειoύ που σπάραξε την ελληνική χώρα (και όχι μόνο αυτή) από τον 4ο ως τον 6ο τουλάχιστο αιώνα της χρονολογίας μας»5.

Συχνά, για να ενοχοποιήσουν το Βυζάντιο, επικαλούνται τις επιδρομές τουΑλάριχου κατά της Ελλάδος το 396 μ.Χ. και τις καταστροφές που προξένησε στους αρχαίους ναούς6. Όμως, ένα τέτοιο «επιχείρημα» αποδεικνύεται έωλο, «δείγμα της πιο χονδροειδούς προπαγάνδας ή άγνοιας» εκ μέρους των «νεοεθνικών». Και τούτο διότι, αποκρύπτουν ότι ο Αλάριχος δεν ήταν Βυζαντινός αλλά Γότθος, όπως και oι μοναχοί που τον συνόδευαν στις καταστροφές ήταν αιρετικοί αρειανοί, τους οποίους ο ίδιος ο Θεοδόσιος είχε καταδιώξει ένα χρόνο πρίν7.
Βεβαίως,
κανείς δεν μπορεί να αρνηθεί ότι υπήρξαν, κατά την πορεία της επικράτησης του Χριστιανισμού, και περιπτώσεις ανεξέλεγκτης εκδικητικής συμπεριφοράς των επί αιώνες καταδιωκομένων Χριστιανών κατά των θρησκευτικών συμβόλων των πρώην διωκτών
τους. Ή, ακόμη, και αυστηρές αυτοκρατορικές αποφάσεις εναντίον εκπροσώπων της αρχαίας ειδωλολατρικής θρησκείας ή νόμοι που επέβαλλαν το κλείσιμο των ειδωλολατρικών ναών. Ο αυτοκράτορας Θεοδόσιος ο Β' υπέγραψε και νόμο με εντολή καταστροφής ναών και ιερών της αρχαίας θρησκείας. Όμως, όλα αυτά, δεν ήταν ούτε μια γενικευμένη τακτική έναντι των αρχαίων ναών, ούτε πολύ περισσότερο η στάση της Εκκλησίας.

Ο Χριστιανισμός αρχίζει να επικρατεί στα χρόνια του Μ. Κωνσταντίνου. Το ερώτημα, λοιπόν, που τίθεται είναι: από τότε και στο εξής καταστράφηκαν oι αρχαίοι ναοί ή μήπως πολλοί απ' αυτούς ήταν ήδη κατεστραμένοι ή εγκαταλελειμμένοι; Γιατί, για να μιλήσει κανείς για καταστροφές αρχαίων ναών από τους χριστιανούς προ του Μ. Κωνσταντίνου είναι εξ ολοκλήρου παράλογο.
Σ' αυτό το ερώτημα έχουν απαντήσει ειδικοί και εγκρατείς των ιστορικών πραγμάτων επιστήμονες. Εμείς εδώ θα περιοριστούμε να επιστρατεύσουμε κείμενα που προέρχονται από τους ίδιους τους οπαδούς και εκπροσώπους του σύγχρονου πολυθεϊσμού, μέσα από τα οποία αποδεικνύεται περίτρανα, ότι πολλοί ναοί και Ιερά της αρχαίας ελληνικής θρησκείας είχαν υποστεί ολοκληρωτικές καταστροφές και βανδαλισμούς αιώνες πριν την εμφάνιση του Χριστιανισμού.

Και πρωτίστως,
θα επικαλεσθούμε κείμενα επιφανούς εκπροσώπου του «Υπάτου Συμβουλίου των Ελλήνων Εθνικών», ο οποίος καίτοι τάσσεται μ' εκείνους που ισχυρίζονται, ότι oι χριστιανοί κατέστρεψαν τα αρχαία μνημεία, εν τούτοις, ομολογεί, καταγράφοντας Ιστορικά γεγονότα, ποια ήταν πράγματι η κατάσταση των αρχαίων ελληνικών Ιερών μερικούς αιώνες πριν ο Χριστιανισμός εδραιωθεί, ως η επικρατούσα θρησκεία. Και βεβαίως, η γνώμη του είναι ιδιαιτέρως βαρύνουσα, γι' αυτό θα μεταφέρουμε εδώ αυτούσια τα δικά του κείμενα.

Ο συγγραφέας, λοιπόν, στο τρίτομο έργο του «Υπέρ της των Ελλήνων νόσου», τόμ. Γ', «Η συρρίκνωση της αρχαίας ψυχής», (ο τρίτος τόμος του βιβλίου φέρει τόν υπότιτλο «Ες έδαφος φέρειν»), μας πληροφορεί ότι ήδη από τον 3ο π. Χ. αιώνα αρχίζει η καταστροφή ελληνικών πόλεων και ιερών από επιδρομείς. Επικαλούμενος τον Κυρ. Σιμόπουλο, γράφει ότι πρώτοι οι Αιτωλοί, τον 3ο π.Χ. αιώνα, «απογύμνωσαν ή κατέστρεψαν τα ιερά και τους τόπους λατρείας που αποτελούσαν τον κυριότερο συνδετικό ιστό, τον θρησκευτικό δεσμό μεταξύ των κρατουπόλεων... Το 219 π. Χ. ο στρατηγός της αιτωλικής Συμπολιτείας Σκόπας, κυριεύει το Δίον την ιερή πόλη των Μακεδόνων και καταστρέφει τα πάντα. Γκρεμίζει όλα τα κτίσματα, πυρπολεί και τους χώρους λατρείας. Τα ίδια και στο ιερό της Δωδώνης από τον στρατηγό των Αιτωλών Δωρίμαχο. Καταπάτησε κάθε ιερό και όσιο γράφει ο Πολύβιος»8.
Στην συνέχεια, ο Φίλιππος με τους Μακεδόνες του, σε αντίποινα, «πυρπόλησαν και κατεδάφισαν τα ιερά και ανέτρεψαν η κατέστρεψαν 2.000 ανδριάντες». Και δεν περιορίστηκαν μόνο στην Αιτωλία, αλλά προχώρησαν και στην Αττική, το 200 π. Χ., όπως εξιστορεί ο Λίβιος, όπου «Κατέστρεψαν και τα μνημεία και ανέσκαψαν τους τάφους διασκορπίζοντας τα οστά των νεκρών»9.
Ακολουθούν οι επιδρομές των Ρωμαίων, που κράτησαν δύο ολόκληρους αιώνες και έφεραν πράγματι «ες έδαφος» πόλεις, ναούς, ιερά και αγάλματα σε ολόκληρη την Ελλάδα. Το 194 π. Χ., ο Τίτος Φλαμίνιος, μετά την νίκη του κατά του Φιλίππου, «στέλνει καραβιές ολόκληρες από κλεμμένα μαρμάρινα και χάλκινα αγάλματα για να κοσμήσουν το θρίαμβο του στη Ρώμη»10.

Το 189 π.Χ., «ο Μάρκος Φούλβιος Νοβιλίορ λεηλατεί σύμφωνα με την καταγραφή του Πολύβιου την Αμβρακία συμπεριλαμβανομένων και των Ιερών της και στέλνει σα λάφυρα στη Ρώμη, αγάλματα, επιγραφές και θησαυρούς»11. Το 181 π.Χ., «η Σύγκλητος είχε ρίξει στην πυρά τα έργα των Πυθαγορείων»12.

Το 87 π.α.χ.χ.13, «ο άξεστος Σύλλας, καταστρέφει την Αθήνα που είχε συμπαραταχθεί με τον Μιθριδάτη, και αμέτρητα αγάλματα, πίνακες ζωγραφικής και θησαυροί, γίνονται αντικείμενα λεηλασίας και μεταφέρονται στη Ρώμη, συμπεριλαμβανομένης της ονομαστής βιβλιοθήκης του Απελλικώνος και του περίφημου πίνακα του Ζεύξιδος... Ο ίδιος άρπαγας στρατοκράτης ήταν επίσης αυτός που άρπαξε το χρυσελεφάντινο άγαλμα της Αθηνάς του Αλαλκομένειου ιερού της Βοιωτίας, έβαλε χέρι στα ιερά της Επιδαύρου... της Ολυμπίας και των Δελφών»14.

Το 55 π.α.χ.χ., «ο φοβερός Βέρρης... λεηλάτησε τα καλλιτεχνήματα και τους θησαυρούς όλης της νότιας Ελλάδας, έκλεψε το χρυσό από τον Ναό της Αθηνάς στην Αθήνα... άρπαξε από την Τένεδο το λατρευτικό άγαλμα του τοπικού ημίθεου Τέννητος, καταλήστεψε τον πανάρχαιο Ναό της Ήρας στη Σάμο, το Ναό της Αρτέμιδος στην Πέργαμο, λεηλάτησε όλα τα μνημεία της Ασπένδου στην Παμφυλία»15.
«Ο Αύγουστος... κλέβει από την Τεγέα και μεταφέρει στη Ρώμη το περίφημο άγαλμα της Αλέας Αθηνάς... Ο Καλιγούλας διάλεγε ελληνικές προτομές και πρόσταζε να τις αποκεφαλίζουν και να προσθέσουν σε αυτές το δικό του κεφάλι... Ο Νέρωνας, κλέφτης επίσης πεντακοσίων χάλκινων γλυπτών από τους Δελφούς...»16.

Συμπερασματικά, ο εν λόγω συγγραφέας μας πληροφορεί ότι οι Ρωμαίοι «μέσα σε λιγώτερο από δύο αιώνες τη μετέτρεψαν (την Ελλάδα) σε ερειπωμένη επαρχία τους, σε μια χώρα όπου "οι λίθοι μόνον" θύμιζαν "τη σεμνότητα και το μέγεθος της Ελλάδος" (Δίων Χρυσόστομος)». Και καταλήγει: «ο Παυσανίας (σσ. 2ος μ. Χ. αι.) ουσιαστικά θα δει και θα περιγράψει μια χώρα ερειπωμένη και ολιγάνθρωπη, της οποίας αρκετές πόλεις είναι ήδη έρημες, τα δε ιερά είναι κατά πλειοψηφία χορταριασμένα και με γκρεμισμένες τις στέγες... Ο Ρωμαίος ποιητής Γιουβενάλλης... θα γράψει επίσης και τα εξής:... Σήμερα δεν μπορείς να αρπάξεις από αυτούς, όταν πατήσεις το φτωχό τους τόπο, τίποτε άλλο από μερικά βόδια και φοράδες, τους εφέστιους Θεούς από το σπιτικό τους και κανένα περίεργο άγαλμα, αν έχει μείνει κανένα στα ιερά τους...»17.

Αυτά εξιστορεί με εθνικό πόνο ο εκπρόσωπος του Τ.Σ.Ε.Ε. και μας βρίσκει συμπάσχοντας, γιατί έχει απόλυτο δίκιο.
Όμως, πως συμβιβάζονται όλα αυτά μ' εκείνα τα «αποφθεγματικά» που ακούσαμε πιο πάνω, ότι οι χριστιανοί «έκαψαν όσα βιβλία δεν τους βόλευαν, βεβήλωσαν τα ελληνικά ιερά, κομμάτιασαν τα αγάλματα, γκρέμισαν τους ελληνικούς ναούς, καταλήστεψαν τον εθνικό πληθυσμό», και ότι η Ορθοδοξία προσέφερε «Την καταστροφή όλων των ναών, των έργων τέχνης και των βιβλιοθηκών»;
Παρόμοιες «ομολογίες» συναντάμε και σε άλλα περιοδικά. Επιλεκτικά μεταφέρουμε εδώ δύο ακόμη αντιπροσωπευτικά κείμενα που προέρχονται από περιοδικά του «νεοεθνικού» νεοπολυθεϊστικού «χώρου»: «Οι πληροφορίες που παραδίδουν ο Παυσανίας, ο Στράβων και ο Πολύβιος για τις εκτεταμένες επιχειρήσεις αρπαγής ελληνικών έργων τέχνης εντυπωσιάζουν, όσον αφορά στους αριθμούς και την αξία των μνημείων, που μεταφέρθηκαν στη Ρώμη. Πεντακόσια αγάλματα από τους Δελφούς, τρεις χιλιάδες από τη Ρόδο και εκατοντάδες γλυπτά και έργα ζωγραφικής από την Κόρινθο έγιναν λεία κατακτητών. Ό,τι είχε απομείνει μέχρι την επικράτηση του Χριστιανισμού ως επίσημης θρησκείας του Βυζαντίου, έγινε στόχος για καταστροφή από το νέο μισελληνικό καθεστώς, με την ανοχή και τις ευλογίες του οποίου «αλώνιζαν» ορδές βαρβάρων και λαφυραγωγούσαν, ό,τι εύρισκαν στο δρόμο τους. Εκτός απ' αυτούς όμως και οι χριστιανοί του ελλαδικού χώρου δεν ήταν άμοιροι μιαρών πράξεων. Όχι μόνον κατέστρεφαν κτήρια και ακρωτηρίαζαν αγάλματα, αλλά πωλούσαν "δι' ολίγα τάλλαρα" τα τεμάχιά τους σε ξένους επισκέπτες»18.

Τα ίδια επαναλαμβάνει και άλλο περιοδικό του «χώρου»: «Η λεηλασία του Ελληνικού πολιτισμού προσλαμβάνει δραματικές διαστάσεις επί Νέρωνος, ο οποίος "Πεντακόσιας θεών τέ αναμίξ αφείλετο και ανθρώπων εικόνας χαλκάς" (Παυσανίας, Φωκικά 71). Μεταξύ των κλοπιμαίων ήσαν και η πασίγνωστη Κόρη του Anzio, η Κασσάνδρα, ο έρως του Πραξιτέλους, ο θνήσκων Γαλάτης, ο ο Απόλλων του Σκόπα, η «εύκνημα» Αμαζόνα του Στρογγυλίωνος και ένα μικρό άγαλμα του Αλεξάνδρου, το οποίο είχε επιχρύσωση... Οι αυτοκράτορες και οι πλούσιοι Ρωμαίοι, αφού πρώτα έσβηναν τα επιγράμματα από τις βάσεις των αγαλμάτων, έκοβαν τα κεφάλια και στη θέση τους έβαζαν το μαρμάρινο ομοίωμα του δικού τους κεφαλιού»19.
Ας σημειωθεί, ότι η μαρτυρία του Παυσανία πρέπει να θεωρηθεί ως ιδιαιτέρως βαρύνουσα, αφού το έργο του «Περιήγησις της Ελλάδος», έχει γραφεί μεταξύ των ετών 160 και 180 μ. Χ.

Αυτά, λοιπόν, μας πληροφορούν οι ίδιοι οι εκπρόσωποι των ελληνικών «νεοεθνικών» ρευμάτων, οι όποιοι στη συνέχεια καταγγέλλουν τον Χριστιανισμό ως τον μοναδικό διώκτη και καταστροφέα αρχαίων ναών, αγαλμάτων και βιβλιοθηκών. Δηλαδή, οι Ρωμαίοι δεν κατέστρεψαν τους αρχαίους ναούς αφήνοντας «μόνον τους λίθους»; Οι ρωμαίοι αυτοκράτορες δεν αποκεφάλιζαν τα αγάλματα για να αντικαταστήσουν τις κεφαλές τους με τα ομοιώματα των δικών τους «άμυαλων» κεφαλών; Δεν έκαψαν βιβλία και βιβλιοθήκες20, δεν έφεραν «ες έδαφος» τα αριστουργήματα της ελληνικής τέχνης, αλλά και αυτόν το ίδιο τον ελληνικό πολιτισμό; Και όλα αυτά τα έκαναν μόνον οι Βυζαντινοί αυτοκράτορες και οι χριστιανοί; Αν είναι δυνατόν αυτό να λέγεται ιστορία και αντικειμενικότητα!
Και δεν πρέπει να λησμονούμε ότι οι Χριστιανοί, μέχρι και τις ημέρες του Μ. Κωνσταντίνου, όχι μόνον βρίσκονταν κάτω από φρικτούς και αιματηρούς διωγμούς, που ανέδειξαν 11 εκατομμύρια μάρτυρες της Πίστεως μέσα στους τρεις πρώτους χριστιανικούς αιώνες, αλλά και αποτελούσαν τον 4ο μ. Χ. αιώνα το 5% μόνον του πληθυσμού της Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας, ποσοστό που δεν άλλαξε σημαντικά ακόμη και τους πρώτους χρόνους μετά την επικράτηση του Χριστιανισμού. Διερωτάται κανείς: άραγε τον 4ο αιώνα, που άρχισε να επικρατεί ο Χριστιανισμός, όλοι αυτοί οι κατεστραμένοι ναοί, τα ιερά, και τα αγάλματα είχαν πάλι ανακατασκευαστεί;
Η ιστορική αλήθεια όμως είναι ότι, όσοι σώζονται από τους αρχαίους ναούς οι περισσότεροι το οφείλουν στο γεγονός ότι πέρασαν στη χρήση των Χριστιανών. Αν σώζεται σήμερα ο Παρθενώνας το σπουδαιότερο αρχαιοελληνικό μνημείο ο ναός του Ηφαίστου (Θησείο), το Ερεχθείο, το ωρολόγιο του Κυρρήστου και τόσοι άλλοι ναοί στον Ελλαδικό χώρο και έξω απ' αυτόν, αυτό οφείλεται στο ότι μετατράπηκαν σε χριστιανικούς ναούς. Πολλά δε από τα αριστουργήματα τέχνης που διασώθηκαν και κυρίως αγάλματα, οφείλουν τη διάσωση τους στη μεταφορά τους στην Κωνσταντινούπολη για τη διακόσμησή της.

Παρατηρεί ο κ. Ιωάν. Τσέντος:
«Οι Βυζαντινοί φύλασσαν όλους αυτούς τους θησαυρούς ευλαβικά, και τους θεωρούσαν στολίδι της πρωτεύουσάς τους, πράγμα που αποδεικνύει πρώτον μεν ότι δεν έτρεφαν αυτό το υποτιθέμενο μίσος προς ό,τι το αρχαίο, αλλά θεωρούσαν αυτά τα αγάλματα μέρος της πολιτιστικής τους κληρονομιάς, και δεύτερον ότι είχαν την αισθητική που τους επέτρεπε να εκτιμήσουν την ομορφιά και την αξία τους... δεν θα ήταν υπερβολή να πει κανείς πως όποιο μνημείο τον αρχαίου ελληνικού πολιτισμού σώζεται σήμερα στην Ελλάδα, οφείλει τη σωτηρία του στην προστατευτική ασπίδα τον Βυζαντίου»21.

Δεν είναι λοιπόν δυνατόν να καταλογισθεί η ευθύνη των σημερινών ερειπίων αρχαίων ναών στους Χριστιανούς. Μήπως δεν υπάρχουν σήμερα και αναρίθμητοι Χριστιανικοί ναοί ερειπωμένοι ή εξαφανισμένοι; Από τα μέσα του 4ου αι. έως και τον 6ο αι. μ. Χ., μόνο στην Αθήνα και τα περίχωρα, υπήρχαν είκοσι δύο χριστιανικές Βασιλικές. Πολλές απ' αυτές είναι γνωστές σήμερα μόνον από τα ερείπιά τους. Ασφαλώς οι παλαιοχριστιανικές αυτές Βασιλικές δεν οφείλουν την ερήμωσή τους σε αντιχριστιανικούς διώκτες και καταστροφείς. Ο χρόνος, ηφθορά, τα φυσικά φαινόμενα συνετέλεσαν στην ερήμωσή τους, καίτοι οι χριστιανοί που τις οικοδόμησαν, όχι μόνον υπήρχαν τότε για να τους χρησιμοποιήσουν στη λατρεία τους, αλλά και αποτέλεσαν πλέον το μόνο θρησκευτικό στοιχείο της Ελλάδος. Ως παραδείγματα μερικών από τις πολλές ερειπωμένες παλαιοχριστιανικές Βασιλικές, που δεν υπάρχουν σήμερα, αναφέρομε τις Βασιλικές της Αγ. Τριάδος (δυτικά του Παρθενώνα), του Ασκληπιείου (νότια του βράχου της Ακρόπολης), του Αγ. Διονυσίου του Αρεοπαγίτη (δυτικά της Ακρόπολης), του Ιλισσού (ανατολικά των Στηλών του Ολυμπίου Διός Αρδηττού), του Ολυμπιείου (βόρεια των Στήλων του Ολυμπίου Διός), της Παναγιάς της Πέτρας (στον Ιλισσό) κ.α.22.

Θέλουν να αγνοούν, δηλαδή, οι σύγχρονοι «παγανιστές» ότι οι περισσότεροι αρχαίοι ναοί, όπως και οι παλαιοχριστιανικοί αργότερα, καταστράφηκαν από κατακτητές, από πολεμικές συγκρούσεις, από λεηλασίες και πυρκαγιές, από σεισμούς και θεομηνίες και άλλα φυσικά φαινόμενα.
Οι ισχυρισμοί όμως των σημερινών πολυθεϊστών, αποδεικνύονται μεροληπτικοί, αντιϊστορικοί, προκατειλημμένοι, και αστήρικτοι. Γενικεύουν αυθαίρετα ακραία και μεμονωμένα περιστατικά και διαστρεβλώνουν βάναυσα την ιστορική αλήθεια. Επαναλαμβάνομε, ότι δεν αρνούμαστε περιπτώσεις βίαιης συμπεριφοράς και φανατισμού από μέρους του Χριστιανικού όχλου και καταστροφές ναών και αγαλμάτων. Υπάρχουν περιπτώσεις που οι καταπιεσμένοι Χριστιανοί κατέστρεψαν αρχαίους ναούς και αγάλματα. Όμως αυτό δεν σημαίνει ότι μπορούμε να γενικοποιούμε τα πράγμα τα και να αποδίδουμε την φυσική φθορά της αρχαιοελληνικής θρησκείας και των ιερών της σε μια τακτική και σ' ένα «σχέδιο» του Χριστιανισμού για την επικράτησή του.

Όπως σημειώνει ο κ. Ιωάν. Τσέντος,
«είναι εντελώς σαφές ότι κανείς δεν μπορεί να αποκλείσει το ενδεχόμενον να υπήρξαν εκείνη την εποχή και κάποιες εκδηλώσεις φανατισμού. Ο ισχυρισμός όμως ότι οι χριστιανοί και το Βυζάντιο προέβησαν φερ' ειπείν σε συστηματική καταστροφή των αρχαίων αγαλμάτων, αποτελεί ασύστολο ψεύδος»23.

Ο μακαριστός Αρχιεπίσκοπος Αθηνών Χριστόδουλος παρατηρεί:
«Οπωσδήποτε, οι καταστροφές των ειδωλολατρικών ναών στην Ελλάδα δεν οφείλονταν σε θρησκευτικές συγκρούσεις. Η Ελλάδα είχε σε πολύ μεγάλο βαθμό ρημάξει και καταστραφεί, πριν την αναγνώριση του χριστιανισμού ως θρησκείας, όταν ακόμη οι χριστιανοί ήσαν θύματα μεγάλων διωγμών ή και δεν είχαν καν εμφανισθεί στην ιστορία. Ήδη στην ελληνιστική εποχή, δεν είναι λίγες οι πόλεις που είχαν μετατραπεί σε μικρή ομάδα χαμόσπιτων, με σπασμένα αγάλματα και ερειπωμένους ναούς».
«Το μαντείο της Δωδώνης είχε σταματήσει προ πολλού να λειτουργεί και ήταν ερείπια, μας πληροφορεί ο Στράβων στα Γεωγραφικά του, τα οποία είχαν ήδη ολοκληρωθεί περίπου το 7 π.Χ. Ο Στράβων, επισημαίνει μάλιστα ότι όχι μόνο το μαντείο της Δωδώνης, αλλά και όλα τα άλλα μαντεία της Ελλάδος είχαν ουσιαστικά σβήσει στα χρόνια του»24.
Ο καθηγητής κ. Βασ. Μπακούρος ση μειώνει:
«Όπως αποδεικνύει η έγκυρη επιστημονική έρευνα με βάση αρχαιολογικά ευρήματα (...., βλ. Ν. Παπαχατζή, Η θρησκεία στην αρχαία Ελλάδα, Εκδοτική Αθηνών, Αθήνα 1996) τα περισσότερα ειδωλολατρικά ιερά ή ναοί δεν καταστράφηκαν ούτε μετασκευάστηκαν σε χριστιανικά τεμένη, απλώς εγκαταλείφθηκαν»25.
Και ο π. Γεώργ. Μεταλληνός υπογραμμίζει:
«Τις παρατηρούμενες καταστροφές αποδίδουν οι αρχαιολόγοι στους σεισμούς, τις βαρβαρικές επιδρομές (4ο 6ο αι.) και την εγκατάλειψη. Τα αρχαία μνημεία των Αθηνών και των Δελφών έμειναν απείραχτα από τους χριστιανούς. Η μετατροπή τους σε χριστιανικές εκκλησίες δείχνει περίτρανα τη συνείδηση της ιστορικής συνέχειας. Όσο και αν αυτό δεν ικανοποιεί τους σημερινούς αρχαιολάτρες26».
Σε επιστολή του προς τον π. Γεώργιο Μεταλληνό, ο αρχαιολόγος Άγγ. Χωρέμης γράφει: «Αυτό που πράγματι έγινε είναι καταστροφές και ακρότητες σε τοπικό επίπεδο, από φανατικούς εκκλησιαστικούς και πολιτικούς παράγοντες, κυρίως εναντίον αγαλμάτων αρχαίων θεοτήτων με συνηθέστερο το φαινόμενο της ρινοκοπής και καταστροφής των προσώπων. Οι άνθρωποι αυτοί εξαγρίωναν τον όχλο, πράγμα όχι δύσκολο, αν σκεφτούμε ότι μόλις 7580 χρόνια χώριζαν την εποχή αυτή από τους φοβερούς διωγμούς των Διοκλητιανού και Γαλερίου (+311) και 55-60 χρόνια από τον "ηπιότερο" διωγμό τον Λικινίου (310-324)• τον εξαγριωμένο αυτόν όχλο τον εξαπέλυαν να κάψει και να καταστρέψει ο,τιδήποτε "εθνικό" εύρισκε μπροστά του. Αυτό όμως ουδέποτε υπήρξε πολιτική τον Μεγάλου Θεοδοσίου και, όταν έγινε, προσπάθησε να το σταματήσει και να το θεραπεύσει»27.

Κλείνομε την σύντομη αυτή επισκόπηση με τις επισημάνσεις του κ. Θαν. Παπαθανασίου, σε εμπεριστατωμένη μελέτη του δημοσιευμένη στο περιοδικό «Σύναξη». Μεταξύ των άλλων, γράφει:
«σε όλο το σώμα των ιερών κανόνων... απουσιάζουν απολύτως κανόνες που να επιβάλλουν τον "εκχριστιανισμό" των εθνικών και σχεδόν απολύτως κανόνες που να επιτάσσουν την καταστροφή των παγανιστικών ιερών». Για τις διατάξεις νη' και πδ' της Συνόδου της Καρθαγένης (419 μ.Χ.), με τις οποίες ζητείται από τους βασιλείς να εξαλείψουν «τα εγκαταλείμματα των ειδώλων τα κατά πάσαν την Αφρικήν», παρατηρεί ότι «πρόκειται για τοπικού χαρακτήρα πρωτοβουλία, που αφορούσε συγκυρίες της λατινικής Εκκλησίας στη Βόρεια Αφρική». Η ίδια σύνοδος, εξ' άλλου, ζητούσε από τους επισκόπους να καταστρέψουν και τα «χριστιανικά ναΐδρια», που είχαν ανεγερθεί αυθαίρετα από δεισιδαίμονες χριστιανούς (κανών πγ')28.
Είναι, λοιπόν, φανερό ότι εθελοτυφλούν, οι σύγχρονοι «εθνικοί», προσπαθώντας επίμονα να βρουν οργανωμένο «σχέδιο» των Χριστιανών για την καταστροφή των αρχαίων ναών και μεθοδεύσεις
1. Περιοδ. «Διϊπετές», τ. 31, σ. 34δ.
2. Στο ίδιο, τ. 43, σ. 36.
3. Περιοδ. «Άβατον», τ. 6, σ. 44.
4. Μάρ. Πλωρίτης, εφημ. «Το Βήμα», 11.6.2000.
5. Περιοδ. «Διϊπετές», τ. 27, σσ. 2627. Βλ. και περιοδ. «Απολλώνειο Φως», τ. 70, σ. 66.
6. Βλ. Στεφ. Μυτιληναίου, Ο Μονοθεϊσμός στην αρχαία Ελλάδα..., σσ. 11 εξ.
7. Βλ. περισσότερα και αναίρεση αυτού του ισχυρισμού στο Στ. Φανού, Οδηγός βιβλίων για την αρχαία Ελλάδα, τόμ. Β', σσ. 318 εξ.
8. Βλ. Ρασσιά, Υπέρ της των Ελλήνων νόσου, τόμ Β', Η συρρίκνωση της αρχαίας ψυχής, σ. 50.
9. Αυτόθι, από το βιβλίο του Κυρ. Σιμόπουλου, Ξενοκρατία, Μισελληνισμός και Ύποτέλεια, Αθήνα, 1990.
10. Αυτόθι, σ. 58.
11. Αυτόθι, σ. 60.
12. Αυτόθι.
13. Πριν. απαρχήν. χριστιανικής. χρονολογίας.
14. Αυτόθι, σ. 61, (υπογραμμίσεις δικές μας).
15. Αυτόθι.
16. Αυτόθι, σ. 62.
17. Αυτόθι, σσ. 6263, (και δικές μας υπογραμμίσεις).
18. Μάρ. Μαμανέα, Η λεηλασία μιας αμύθητης καλλιτεχνικής κληρονομιάς. Η αργυρολογία και απολιτισιά των Ρωμιών, περιοδ. «Δαυλός», τ. 241, σσ. 155-534.
19. Βασ. Μισύρη, Οι βάρβαροι κτυπάνε την Ελλάδα, «Ές έδαφος φέρειν», περιοδ. «Ιχώρ», τ. 27, σ. 52.
20. Για την τύχη των Βιβλιοθηκών, βλ. άρθρο: Έκαψαν οι Χριστιανοί την περίφημη Βιβλιοθήκην της Αλεξάνδρειας από μένος, μίσος και λύσσαν κατά της αρχαίας ελληνικής και λατινικής γραμματείας;, περιοδ. «Εκ του περισσού της καρδίας», διμην. περιοδικόν φυλλάδιον Ι. Ν. Αγ. Στεφάνου Ν. Ιωνίας, τ. 28.
21. Ιωάν. Τσέντου, Χριστιανισμός και αρχαία ελληνική τέχνη, περιοδ. «Ακτίνες», τ. 624, σσ. 256257.
22. Βλ. ένθετο του περιοδικού «Τόλμη», «Παλαιοχριστιανικές Βασιλικές Αθηνών». Και π. Βασ. Γεωργόπουλου, Οι νεοπαγανιστικές φαντασιώσεις και τα ιστορικά δεδομένα, μέρη Η' και Θ', εφημερ. «Στύλος Ορθοδοξίας», α.φ. 89, 90.
23. Ένθ. ανωτ. σ. 255.
24. Χριστοδούλου Παρασκευαΐδη Αρχιεπ. Αθηνών, Ελληνισμός προσήλυτος. Η μετάβαση του Ελληνισμού από την αρχαιότητα στο χριστιανισμό, σ. 111.
25. Βασ. Μπακούρου, Απάντηση σε επιστολές, περιοδ. «Τρίτο Μάτι», τ. 93, ένθετο σ. 9.
26. π. Γεωργ. Μεταλληνού, Παγανιστικός Ελληνισμός ή Ελληνορθοδοξία;, σ. 132.
27. Αυτόθι, σ. 158.
28. Θαν. Παπαθανασίου, (Αυτο)Κριτική ερμηνεία της καταστροφής παγανιστικών ιερών από χριστιανούς, περιοδ. «Σύναξη», τ. 69, σ. 63.

ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ ΔΙΑΛΟΓΟΣ ΙΟΥΛΙΟΣ ΣΕΠΤΕΜΒΡΙΟΣ 2008, ΤΕΥΧΟΣ 53
 
Αντιαιρετικόν Εγκόλπιον

Τετάρτη 11 Αυγούστου 2010

Ύμνοι και τροπάρια της Παναγιάς

Μεταφρασμένοι από τον Φώτη Κόντογλου
ΚοιμησιςΕις την Κοίμησιν της Θεοτόκου
Εἰς τό, Κύριε ἐκέκραξα, Προσόμοιον. Ἦχος α' Αὐτόμελον
Ὢ τοῦ παραδόξου θαύματος! ἡ πηγὴ τῆς ζωῆς, ἐν μνημείῳ τίθεται, καὶ κλῖμαξ πρὸς οὐρανόν, ὁ τάφος γίνεται. Εὐφραίνου Γεθσημανῆ, τῆς Θεοτόκου τὸ ἅγιον τέμενος. Βοήσωμεν οἱ πιστοί, τὸν Γαβριὴλ κεκτημένοι ταξίαρχον, Κεχαριτωμένη χαῖρε, μετὰ σοῦ ὁ Κύριος, ὁ παρέχων τῷ κόσμῳ διὰ σοῦ τὸ μέγα ἔλεος.
 Ω, τι παράδοξο θαύμα! Η πηγή της ζωής σε μνήμα αποθέτεται, κι’ ο τάφος σκάλα γίνεται που πάγει στον ουρανό. Ευφραίνου Γεθσημανή, η αγιασμένη εκκλησιά της Θεοτόκου. Ας κράξουμε οι πιστοί, έχοντες τον Γαβριήλ για ταξίαρχο: Κεχαριτωμένη, χαίρε, με σένα είναι ο Κύριος, που δωρίζει στον κόσμο με σένα το μέγα έλεος.
Τὴν σὴν δοξάζουσι Κοίμησιν, Ἐξουσίαι θρόνοι, Ἀρχαὶ Κυριότητες, Δυνάμεις καὶ Χερουβίμ, καὶ τὰ φρικτὰ Σεραφίμ. Ἀγάλλονται γηγενεῖς ἐπὶ τῇ θείᾳ σου δόξῃ κοσμούμενοι. Προσπίπτουσι βασιλεῖς, σὺν Ἀρχαγγέλοις Ἀγγέλοις καὶ μέλπουσι· Κεχαριτωμένη χαῖρε, μετὰ σοῦ ὁ Κύριος, ὁ παρέχων τῷ κόσμῳ, διὰ σοῦ τὸ μέγα ἔλεος. Την κοίμησή σου δοξάζουνε Εξουσίες, Θρόνοι, Αρχές, Κυριότητες, Δυνάμεις και Χερουβίμ και τα φρικτά Σεραφίμ. Αναγαλλιάζουνε οι άνθρωποι στολισμένοι για τη γιορτή σου. Προσκυνάνε οι βασιλιάδες, μαζί με τους Αρχαγγέλους και τους Αγγέλους, και ψέλνουνε: Κεχαριτωμένη χαίρε, μαζί σου είναι ο Κύριος, που δωρίζει στον κόσμο με σένα το μέγα έλεος.
Ἀπό τούς Κανόνες. ᾨδὴ α'  Ἦχος α'  Ὁ Εἱρμὸς
«Πεποικιλμένη τῇ θείᾳ δόξῃ, ἡ ἱερὰ καὶ εὐκλεὴς Παρθένε μνήμη σου, πάντας συνηγάγετο, πρὸς εὐφροσύνην τοὺς πιστούς, ἐξαρχούσης Μαριάμ, μετὰ χορῶν καὶ τυμπάνων τῷ σῷ, ᾄδοντας Μονογενεῖ, ἐνδόξως ὅτι δεδόξασται». Στολισμένη με τη θεϊκή δόξα η ιερή και δοξασμένη, Παρθένε, μνήμη σου, κι’ όλους τους πιστούς τους σύναξε για να ευφρανθούνε, και μπροστά απ’ όλους πηγαίνει η Μαριάμ με χορό και με τύμπανα ψέλνοντας τον μονογενή σου, γιατί με δόξα δοξάσθηκε.
Ἀπό τούς Κανόνες. Ὁ Εἱρμὸς
«Τοὺς σοὺς ὑμνολόγους Θεοτόκε, ἡ ζῶσα καὶ ἄφθονος πηγή, θίασον συγκροτήσαντας, πνευματικὸν στερέωσον, καὶ ἐν τῇ θείᾳ δόξῃ σου, στεφάνων δόξης ἀξίωσον».
 Τους δικούς σου υμνολόγους, Θεοτόκε, που συγκροτήσανε έναν πνευματικό θίασο, εσύ που είσαι ζωντανή κι’ άφθονη πηγή, στερέωσέ τους. Και στη θεϊκή δόξα σου αξίωσέ τους με στεφάνια δόξας να στεφανωθούνε.
ᾨδὴ θ' Μεγαλυνάριον. Ὁ Εἱρμὸς
«Νενίκηνται τῆς φύσεως οἱ ὅροι, ἐν σοὶ Παρθένε ἄχραντε· παρθενεύει γὰρ τόκος, καὶ ζωὴν προμνηστεύεται θάνατος. Ἡ μετὰ τὸκον Παρθένος, καὶ μετὰ θάνατον ζῶσα, σῴζοις ἀεί, Θεοτόκε, τὴν κληρονομίαν σου».
Νικηθήκανε της φύσης οι νόμοι σε σένα, Παρθένε άχραντε. Γιατί σε σένα παρθενεύει η γέννα, και με τη ζωή σμίγει ο θάνατος. Εσύ που απόμεινες μετά τη γέννα Παρθένος και μετά θάνατο ζωντανή, σώζε παντοτινά, Θεοτόκε, την κληρονομία σου.
Απολυτίκιο. Ἦχος α'
Ἐν τῇ Γεννήσει τὴν παρθενίαν ἐφύλαξας, ἐν τῇ Κοιμήσει τὸν κόσμον οὐ κατέλιπες Θεοτόκε. Μετέστης πρὸς τὴν ζωήν, μήτηρ ὑπάρχουσα τῆς ζωῆς, καὶ ταῖς πρεσβείαις ταῖς σαῖς λυτρουμένη, ἐκ θανάτου τὰς ψυχὰς ἡμῶν.Στην γέννα σου την παρθενία εφύλαξες, στην κοίμησή σου τον κόσμο δεν τον άφησες, Θεοτόκε. Μίσεψες στη ζωή, γιατί είσαι μητέρα της ζωής και λυτρώνεις με τις πρεσβείες σου τις ψυχές μας από τον θάνατο.
 
Άγιος Δημήτριος Πειραιώς
 

"ΕΚΦΡΑΣΙΣ ΤΗΣ ΨΑΛΤΙΚΗΣ ΤΕΧΝΗΣ" ΑΠΟ ΤΟΝ ΓΕΩΡΓΙΟ ΑΓΓΕΛΙΝΑΡΑ



Iστορία και παράδοση της ψαλτικής τέχνης
Κείμενα που περιστρέφονται γύρω από την ουσία της εκκλησιαστικής μας μουσικής και την παιδαγωγική αποστολή της
Καθημερινή
Γ. Κ. Αγγελινάρας, «Εκφρασις της ψαλτικής τέχνης», Αθήνα 2009, εκδ. Αθως, σελ. 695.
ΜΕΛΕΤΗ. Εργο ζωής, ογκώδες, στιβαρό και καλαίσθητο, ο τόμος αυτός, ύστερα από προλογικό γράμμα του Μακαριωτάτου Αρχιεπισκόπου Αθηνών κ. Ιερωνύμου Β΄ και ευεργετήριο γράμμα της Ιεράς Συνόδου της Εκκλησίας της Ελλάδος, του μακαριστού Αρχιεπισκόπου Αθηνών κυρού Χριστοδούλου Α΄, περιλαμβάνει 49 κείμενα. Κείμενα που περιστρέφονται περί την ιστορία και την παράδοση της ψαλτικής τέχνης, της εκκλησιαστικής μουσικής μας με τις βυζαντινές ρίζες και τις αρχαιοελληνικές καταβολές, η οποία αποτελεί το κυριότερο χαρακτηριστικό της ορθόδοξης χριστιανικής θείας λατρείας.
Ο συγγραφέας γεννήθηκε στη Σάμο το 1934 και σπούδασε στη Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών και στο διδασκαλείο Μέσης Εκπαίδευσης. Τη βυζαντινή μουσική μελέτησε κοντά στους πρωτοψάλτες Εμμ. Βαμβουδάκη και Αντ. Σύρκα, ενώ σπούδασε μουσική και στο Εθνικό Ωδείο Αθηνών.
Υπηρέτησε τη δευτεροβάθμια εκπαίδευση, από το 1962 έως το 1995, ως καθηγητής, διευθυντής γυμνασίου και λυκείου, αλλά και αν. διευθυντής της ΣΕΛΜΕ Αθηνών. Σήμερα προσφέρει τις υπηρεσίες του στην ιδιαίτερη πατρίδα του ως πρόεδρος του Εφορευτικού Συμβουλίου της Δημόσιας Κεντρικής Βιβλιοθήκης Σάμου και ως διευθυντής της Σχολής Εκκλησιαστικής Μουσικής της Ιεράς Μητροπόλεως Σάμου και Ικαρίας. Παραλλήλως, στελεχώνει συστηματικά τα αναλόγια των ναών της Σάμου και αρθρογραφεί ανελλιπώς στον τοπικό Τύπο, πραγματοποιεί διαλέξεις και διοργανώνει εκδηλώσεις, συμβάλλοντας στην πνευματική ανάπτυξη και πρόοδο της σαμιακής κοινωνίας.
Για την προσφορά του στα Γράμματα και στην εκκλησιαστική μουσική έχει τιμηθεί από την Ιερά Σύνοδο της Εκκλησίας της Ελλάδος, την Ιερά Μητρόπολη Τρίκκης και Σταγών, την Ακαδημία Αθηνών, το υπουργείο Πολιτισμού, τον Δήμο Αθηναίων, καθώς και από διάφορα άλλα πολιτιστικά σωματεία.
Τι πραγματεύεται
Τα επιμέρους κεφάλαια του βιβλίου πραγματεύονται τα εξής: την ουσία της ψαλτικής τέχνης και την παιδαγωγική της αποστολή, τα παρεπόμενα της βυζαντινής μελουργίας και ψαλτικής τέχνης, τις σχέσεις μεταξύ της γονιμότητας του αρχετύπου και της ακαρπίας της διασκευής, τα έντυπα «Αναστασιματάρια» της περιόδου 1820-2006, τη συνέχεια και την ομοιογένεια της ελληνικής παράδοσης, την ψαλτική παράδοση του Οικουμενικού Πατριαρχείου, την περί της βυζαντινής εκκλησιαστικής μουσικής γνώση του Μητροπολίτη Σάμου κυρού Ειρηναίου, τα σχετικά με τους Αρχοντες Πρωτοψάλτες της Μεγάλης του Χριστού Εκκλησίας Ιάκωβο Ναυπλιώτη, Κωνσταντίνο Πρίγγο, Θρασύβουλο Στανίτσα και Βασίλειο Νικολαΐδη, τα σχετικά με τον σπουδαίο διδάσκαλο Θεόδωρο τον Φωκαέα, αλλά επίσης και τα σχετικά με τον Αρχοντα Πρωτοψάλτη της Μεγάλης του Χριστού Εκκλησίας Θρασύβουλο Στανίτσα και το «Μουσικόν Τριώδιόν του», με τον Σπυρίδωνα Περιστέρη, τον οποίο χαρακτηρίζει «λιγυρόφωνο ψαλμωδό», με τον χοράρχη και μουσικοδιδάσκαλο Γεώργιο Σύρκα και με τον πρωτοψάλτη, μελοποιό, μουσικοδιδάσκαλο και χοράρχη Αντώνιο Χρ. Σύρκα. Είναι δε χαρακτηριστικό ότι μεταξύ των κεφαλαίων κάποτε παρεμβάλλονται σύντομες κριτικές από εφημερίδες και περιοδικά, ακόμη και επιστολές, έργα άλλων, που ωστόσο συμπληρώνουν την εικόνα που αποκομίζει ο αναγνώστης για τα αναλυόμενα. Στη συνέχεια, περιλαμβάνονται μελετήματα για την πλούσια και συνεχιζόμενη ψαλτική παράδοση της Σάμου, προσφωνήσεις προς την ΑΘΠ τον Οικουμενικό Πατριάρχη κ.κ. Βαρθολομαίο κατά την επίσημη επίσκεψή του στην Ιερά Μητρόπολη Σάμου και Ικαρίας, τον Αύγουστο του 2006 και προς τον μακαριστό Αρχιεπίσκοπο Αθηνών κυρό Χριστόδουλο Α΄ κατά αντίστοιχη επίσκεψή του, τον Αύγουστο του 2003, για τη διδασκαλία της εκκλησιαστικής βυζαντινής μουσικής στην πόλη της Σάμου από το 1875 μέχρι σήμερα, για τον Μητροπολίτη Σάμου κυρό Αθανάσιο τον Καποράλη, για τον Σάμιο μουσικοδιδάσκαλο Εμμανουήλ Βαμβουδάκη, για τον άγιο Ιωάννη τον Κουκουζέλη, για τη σχέση μεταξύ βυζαντινής μουσικής και Νεοελλήνων πεζογράφων, για την πνευματικότητα και την καλλονή της βυζαντινής μελουργίας, για την «εκθαμβωτική» ακμή της μεταβυζαντινής μελουργίας, για το καλοφωνικό μέλος και τη μεταρρύθμιση των τριών διδασκάλων, δηλαδή του Χρυσάνθου, του Γρηγορίου και του Χουρμουζίου, του 1814, για την εκκλησιαστική βυζαντινή μουσική από το 1820 μέχρι σήμερα, για τη βυζαντινή μελουργία και την ενόργανη μουσική και για τα έντυπα μουσικά βιβλία σε βυζαντινή παρασημαντική.
Υφος και ήθος
Το βιβλίο ολοκληρώνεται με τα μελετήματα του συγγραφέα σχετικά με το ύφος και το ήθος που πρέπει να τηρούν οι ψάλτες, με τα υμνολογικά πλημμελήματα των ψαλλόντων στις ακολουθίες της Μεγάλης Εβδομάδας, με την ακολουθία του Κατανυκτικού Εσπερινού, με την τετραφωνία στην ψαλτική και τη δεκαετηρίδα της «Ελληνικής Βυζαντινής Χορωδίας», με ένα αφιέρωμα του 1984 στη βυζαντινή εκκλησιαστική μουσική, το Α΄ Πανελλήνιο Συνέδριο Ψαλτικής Τέχνης και τη διημερίδα για την Ψαλτική Λειτουργική, με τις σχέσεις του Αδαμαντίου Κοραή προς τον Πρωτοψάλτη Σμύρνης Δημήτριο Λώτο, με την ανάπτυξη της ψαλτικής τέχνης στην Αθήνα, τον θρήνο του Ιωσήφ, τις σχέσεις ψαλτικής τέχνης και δημοτικού τραγουδιού, την εκκλησιαστική γλώσσα, το έργο Υμνολόγιον Φωναίς Αισίαις του Αρχοντος Μουσικοδιδασκάλου της Μεγάλης του Χριστού Εκκλησίας Αβραάμ Ευθυμιάδη, τους Πρωτοψάλτες Αθανάσιο Πέττα και Κωνσταντίνο Γιαννούτσο, αλλά και κριτικές παρουσιάσεις σχετικών με τη βυζαντινή εκκλησιαστική μουσική βιβλίων του Αρχοντος της Μεγάλης του Χριστού Εκκλησίας Γεωργίου Χατζηθεοδώρου και δίσκων αφιερωμένων στο έργο μεγάλων διδασκάλων της βυζαντινής μουσικής, όπως ο Πέτρος Μπερεκέτης, ο Γρηγόριος Πρωτοψάλτης, ο Πέτρος Λαμπαδάριος κ.λπ. Τέλος, υπάρχει ένα αφιέρωμα στη ζωή και το έργο του Αρχοντος Πρωτοψάλτου της Μεγάλης του Χριστού Εκκλησίας Ιακώβου Ναυπλιώτη.
Εικονογράφηση
Για την εικονογράφηση θα πρέπει να σημειωθεί ότι όχι μόνο δένει αρμονικότατα με τα περιεχόμενα, τα οποία και ευστόχως εμπλουτίζει, αλλά και ότι από μόνη της αποτελεί ερευνητικό επίτευγμα, αφού περιλαμβάνει δεκάδες έργα τέχνης, σελίδες χειρογράφων, παλαιοτύπων και εκδόσεων βυζαντινής μουσικής, προσωπογραφίες και σκηνές με ιστορική πλέον σημασία, τόσο για την πνευματική ζωή της Σάμου, όσο και για την ελληνική εκκλησιαστική και καλλιτεχνική ζωή, γενικότερα.
Για τη Σάμο, το βιβλίο αποτελεί πολύτιμο συμπλήρωμα στη σχετική σαμιακή βιβλιογραφία, καθώς συγκεντρώνει μελετήματα του συγγραφέα για την ψαλτική τέχνη, την τοπική Εκκλησία και τους πρωταγωνιστές τους, σημαντικότατα για τη γνώση της ιστορίας και του πολιτισμού του νησιού. Για τον ειδικό μελετητή είναι απαραίτητο εγχειρίδιο, αφού αναδημοσιεύει, σχεδόν πάντοτε ξανακοιταγμένα και συμπληρωμένα, πολλά και δυσεύρετα σχετικά δημοσιεύματα του συγγραφέα που είδαν το φως της πρώτης έκδοσης αυτοτελώς, σε εφημερίδες και περιοδικά, διακρίνονται όμως για την πρωτοτυπία και την επικαιρότητά τους.
Ιστορικός οδηγός
Για τον ψάλτη και τον σπουδαστή της βυζαντινής εκκλησιαστικής μουσικής αποτελεί οδηγό ιστορικό, θεωρητικό και πρακτικό, μάθημα ήθους και γνώσεως, αγάπης και φροντίδος για την παράδοσή μας. Τέλος, για τον αναγνώστη αποτελεί τερπνό και ωφελιμότατο ανάγνωσμα -δεδομένης της καλλιέπειας και του άριστου χειρισμού του λόγου από τον συγγραφέα- που καταδεικνύει την αξία της παράδοσής μας και τη σημασία της προσκόλλησης σε αυτήν, και μάλιστα σε καιρούς που ποικίλες αφομοιωτικές και αλλοτριωτικές τάσεις προσπαθούν να μας αποκόψουν από τις ρίζες μας, μεταβάλλοντάς μας σε ένα είδος «παγκοσμιοποιημένου πολτού».
Πέρα από τα οφειλόμενα συγχαρητήρια, πρέπει να εκφράσουμε και τις θερμότατες ευχαριστίες μας στον κ. Γεώργιο Κ. Αγγελινάρα για την πνευματική και παραδοσιακή πανδαισία που προσφέρει η ανάγνωση -πολύ δε περισσότερο η μελέτη- του βιβλίου του.
* Ο κ. Μ. Γ. Βαρβούνης είναι αναπλ. καθηγητής στο Δημοκρίτειο Πανεπιστήμιο Θράκης.
 

ΒΙΒΛΙΟΚΡΙΣΙΕΣ- ΠΑΝΑΓΙΩΤΗ ΣΗΜΑΤΗ, ΕΙΝΑΙ ΑΙΡΕΣΗ Ο ΠΑΠΙΣΜΟΣ;



ΒΙΒΛΙΟΚΡΙΣΙΕΣ
=====
Παναγιώτη Σημάτη, Είναι αίρεση ο Παπισμός; Τι λένε οι Οικουμενικές Σύνοδοι και οι Αγιοι Πατέρες, Εκδόσεις “Τήνος”, Αθήνα, σσ. 94.
Του Παναγιώτη Τελεβάντου
==============
Σεμνό και τόσο περιεκτικό το βιβλίο του κ. Παναγιώτη Σημάτη. Γραμμένο με νηφάλιο τρόπο διερευνά τον αιρετικό χαρακτήρα του Παπισμού.
Είναι κυριολεκτικά αστείο το ότι συζητούμε αν οι Παπικοί είναι αιρετικοί. Οι κυριότερες σύνοδοι και ο όγκος της αντιρρητικής Γραμματείας των Αγίων Πατέρων τους τελευταίους έντεκα αιώνες αποτελούν αναίρεση των κακοδοξιών των Παπικών και χαρακτηρίζουν τους Λατίνους ως αιρετικούς! Και όμως! Υπάρχουν ακόμη Ορθόδοξοι (;) κληρικοί και θεολόγοι που διερωτούνται ή και διαμφισβητούν αν οι Παπικοί είναι αιρετικοί!!!
Με το παρόν του πόνημα ο κ. Σημάτης συνέλεξε τη γύρι από τα άνθη των αποφάσεων των Οικουμενικών και άλλων Συνόδων και από τα συγγράμματα των Αγίων Πατέρων και κορυφαίων σύγχρονων μορφών της Ορθοδοξίας, οι οποίοι ΟΜΟΦΩΝΑ θεωρούν τους Παπικούς ως αιρετικούς.
Οσοι τυχόν εμφορούνται από τη χονδροειδή πλάνη ότι δήθεν οι Παπικοί δεν είναι αιρετικοί, ας αναλογιστούν: Υπάρχει άλλη αίρεση για την οποία τόσες πολλές σύνοδοι και τόσοι πολλοί Πατέρες έγραψαν εναντίον της στην Εκκλησιαστική Ιστορία;
Η χρησιμότητα του βιβλίου του κ. Σημάτη είναι προφανής. Είναι εύχρηστο εγχειρίδιο που παραθέτει πολλά στοιχεία που κατοχυρώνουν απόλυτα το θέμα.
Ο συγγραφέας ανατέμνει τον αιρετικό χαρακτήρα του Παπισμού κυρίως εξ απόψεως της αίρεσης του FILIOQUE.
Θα ήταν πολύ χρήσιμο αν, σε μελλοντική έκδοση, έκανε το ίδιο επίμοχθο έργο αναφορικά και με τις άλλες πλάνες του Παπισμού, που αφορούν την πρωτολογία, την εσχατολογία, τα μαριολογικά δόγματα, και προπαντός την κτιστή χάρη, που ενορχηστρώνει και τις υπόλοιπες Παπικές πλάνες.
Μια φιλική παρατήρηση. Δεν χρονολογείται η έκδοση και οι πλείστες παραπομπές δεν αναφέρουν το χρόνο που δημοσιεύθηκαν. Θα ήταν πολύ χρήσιμο αν γνωρίζαμε πότε δημοσιεύθηκαν τα έργα που παραπέμπει ο συγγραφέας.
Χάρηκα ιδιαίτερα επειδή, από παραπομπή του βιβλίου του κ. Σημάτη, διαπίστωσα ότι ο Σεβασμιότατος Ναυπάκτου έχει εκδώσει έργο για τη λεγόμενη “Βαπτισματική Θεολογία”. Μια Αγγλικανικής εμπνεύσεως εκκλησιολογική αίρεση που εισήγαγε σε ορθόδοξο έδαφος ο Μητροπολίτης Περγάμου Ιωάννης Ζηζιούλας και η οποία, αν ποτέ, ο μη γένοιτο, υιοθετηθεί, θα ανατινάξει στον αέρα την ορθόδοξη εκκλησιολογία. Χαίρομαι ιδιαίτερα επειδή ο εγκρατής της ορθοδόξου θεολογίας Σεβασμιότατος Ναυπάκτου κ. Ιερόθεος ασχολήθηκε με το θέμα.

PANAYIOTIS TELEVANTOS
 

Η Θεοτόκος Μαρία

Γράφει ο Επισκοπος Ναυπάκτου π.Ιερόθεος

Κάθε φορά πού τελούμε τήν θεία Λειτουργία καί κάθε Ιερά Ακολουθία, καί προσευχόμαστε στόν Θεό, είτε στόν Τριαδικό Θεό –τόν Πατέρα, τόν Υιόν καί τό Άγιον Πνεύμα– είτε στόν Θεάνθρωπο Χριστό, ζητούμε καί τίς πρεσβείες τής Θεοτόκου Μαρίας, τής Παναγίας μας. Αυτό γίνεται γιατί η Παναγία έπαιξε σημαντικό ρόλο στήν ενανθρώπηση τού Υιού καί Λόγου τού Θεού καί τήν σωτηρία μας. Ο «άοικος» Θεός απέκτησε «οίκο», δηλαδή εισήλθε στόν κόσμο διά τής Παναγίας μας.

Έτσι, είναι γνωστή η προσευχή: «Τής Παναγίας Αχράντου, υπερευλογημένης, ενδόξου Δεσποίνης ημών Θεοτόκου καί Αειπαρθένου Μαρίας, μετά πάντων τών Αγίων μνημονεύσαντες, εαυτούς καί αλλήλους καί πάσαν τήν ζωήν ημών Χριστώ τώ Θεώ παραθώμεθα». Δηλαδή, αφού φέραμε στήν μνήμη μας τήν Παναγία, τήν Αγνή, τήν υπερευλογημένη, τήν ένδοξη Δέσποινά μας Θεοτόκο καί Αειπάρθενη Μαρία, μαζί μέ όλους τούς Αγίους, άς παραθέσουμε τούς εαυτούς μας καί τούς άλλους καί ολόκληρη τήν ζωή μας στόν Χριστό, τόν Θεό μας.

Στήν δέηση αυτή μπορούμε νά δούμε δύο σημεία:

Τό πρώτο είναι τά κοσμητικά επίθετα πού αποδίδουμε στήν Παναγία μας, τά οποία δέν είναι επιφανειακά, χωρίς ουσία καί περιεχόμενο, αλλά ανταποκρίνονται απόλυτα στό πρόσωπο καί τό έργο της.

Τήν Μητέρα τού Χριστού τήν ονομάζουμε Παναγία, γιατί είναι ανώτερη από όλους τούς Αγίους, είναι «παντός αγίου κορυφή καί τελείωσις». Δέν διέπραξε κανένα αμάρτημα στήν ζωή της, αφού από τριών ετών μέχρι τότε πού συνέλαβε «εκ Πνεύματος Αγίου» τόν Χριστό, ζούσε στά Άγια τών Αγίων καί έφθασε στήν θέωση. Είναι «Άχραντος», δηλαδή Αγνή, καθαρή από κάθε αμάρτημα καί λογισμό, στό σώμα καί τήν ψυχή. Η Παναγία είναι «υπερευλογημένη», γιατί έλαβε μεγάλη Χάρη από τό πλήρωμα τής Χάριτος τού Θεού. Είναι «ένδοξη», γιατί είναι γεμάτη από τήν δόξα τού Θεού, αφού καί η Κοίμησή της είναι ένδοξη. Είναι «Δέσποινα», γιατί γέννησε τόν Δεσπότη τών πάντων Χριστό. Μέ αυτήν τήν έννοια χαρακτηρίζεται καί «Κυρία», οπότε η πρεσβεία της καί οι προσευχές της έχουν ισχυρή δύναμη καί είναι «Προστασία τών Χριστιανών ακαταίσχυντος». Είναι «Θεοτόκος», γιατί δέν εγέννησε έναν απλόν άνθρωπο, αλλά τό Δεύτερο Πρόσωπο τής Αγίας Τριάδος πού είναι Θεός. Καί είναι «Αειπάρθενος Μαρία», αφού είναι Παρθένος πρό τού τόκου, κατά τόν τόκο καί μετά τόν τόκο, όπως ο αγιογράφος τό παρουσιάζει στίς ιερές εικόνες, μέ τά τρία αστέρια στό μέτωπο καί τούς δύο ώμους.

Τό δεύτερο σημείο είναι ότι ζητάμε από τήν Παναγία, μέ τά τόσα κοσμητικά επίθετα καί τήν δόξα, νά πρεσβεύη γιά μάς. Αυτό σημαίνει τό «μνημονεύσαντες». Τήν μνημονεύουμε γιά νά τήν δοξάσουμε καί νά τήν παρακαλέσουμε νά πρεσβεύη στόν Θεό γιά τήν σωτηρία μας, γιατί τής τό υποσχέθηκε ο Χριστός πρίν κοιμηθή, ότι δηλαδή γιά όσους προσεύχεται εκείνη θά σώζονται. Γι’ αυτό όλοι οι Άγιοι έχουν μεγάλη συγγένεια μέ τήν Παναγία καί τήν αισθάνονται κοντά τους, τήν αγαπούν πολύ, είναι Θεοτοκόφιλοι.

Τήν αγαπάμε αμέσως μετά τόν Θεό. Ο Χριστός είναι ο μεσίτης μεταξύ ημών καί τού Θεού Πατρός, αλλά η Παναγία είναι μεσίτρια μεταξύ ημών καί τού Χριστού. Τό πώς γίνεται αυτό είναι ένα μυστήριο πού τό καταλαβαίνουν όσοι βαδίζουν τόν δρόμο τής σωτηρίας.

Αυτός είναι ο λόγος γιά τόν οποίο ζητούμε τίς πρεσβείες τής Θεοτόκου, αλλά παραθέτουμε καί ολόκληρη τήν ζωή μας καί τών συνανθρώπων μας στόν Χριστό. Δέν κάνουμε μόνον προσευχή, αλλά εμπιστευόμαστε απολύτως τόν εαυτό μας στόν Θεό. Όταν κανείς προσεύχεται, αλλά δέν αφήνη τόν εαυτό του στήν Πρόνοια τού Θεού, δέν βοηθιέται πραγματικά.

Μέ τήν ευκαιρία τής μεγάλης σημερινής Θεομητορικής Εορτής τής Κοιμήσεως τής Θεοτόκου καί τής μεταστάσεώς της στούς ουρανούς, εύχομαι σέ όλους σας χρόνια πολλά μέ ειρήνη, γαλήνη, υγεία καί ευλογία, διά πρεσβειών τής Θεοτόκου Μαρίας.
πηγή:«Εκκλησιαστική Παρέμβαση» 

ΣΑΝΤΟΡΙΝΙΟΣ

Δευτέρα 9 Αυγούστου 2010

Ο Γέροντας επίσκοπος π. Αυγουστίνος στο Νοσοκομείο

Ο ΓΕΡΟΝΤΑΣ ΕΠΙΣΚΟΠΟΣ π. ΑΥΓΟΥΣΤΙΝΟΣ των 104 ετών ΣΤΟ ΝΟΣΟΚΟΜΕΙΟ ΤΗΣ ΦΛΩΡΙΝΑΣ

π. Αυγ. Νοσοκ. 8-8-2010 ιστ
Ο π. Ιερόθεος διαβάζει μιά κόλλα ζωγραφισμένη με τα «περαστικά», που έστειλαν μικρά παιδιά στον Γέροντα

Ο π. Αυγουστίνος Καντιώτης, ο σεβάσμιος αυτός αγωνιστής ιεράρχης βρίσκεται από την Τρίτη το μεσημέρι με σοβαρό αγγειακό εγκεφαλικό επεισόδιο στο Νοσοκομείο της Φλώρινας.
Δεν έχει πυρετό. Η καρδιά του όπως είπε ο καρδιολόγος κ. Λυκούργος Νάνης λειτουργεί σαν καινούργιο μηχάνημα. Οι εξετάσεις αίματος κ.τ.λ. είναι όλες καλές.

______________

ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΕΣ ΑΠΟ ΤΗΝ ΠΡΟΗΓΟΥΜΕΝΗ ΚΥΡΙΑΚΗ ΣΤΙΣ 1-8-2010

CIMG5402 ιστ. 1-8-2010φωτ. π. Αυγ. 1-8-2010
___________________________________________________________________________________
CIMG5406 ιστ. 1-8-2010CIMG5414 ιστ. 1-8-2010
______________________________________________________________

Την Κυριακή στις 1-8-2010 εκκλησιάστηκε όπως πάντα στην Ιερά Μονή του Αγίου Αυγουστίνου επισκόπου Ιππώνος στην Φλώρινα. Έδωσε την ευχή του, κοινώνησε και μοίρασε αντίδωρο σε όλο το εκκλησίασμα.

___________________________________________

Την Τρίτη το μεσημέρι συνέβη το εγκεφαλικό. Διαπίστωσαν οι πατέρες· ο π. Ιερόθεος και ο π. Λαυρέντιος -πνευματικά παιδιά του Γέροντος που βρίσκονται πάντοτε κοντά του- διαπίστωσαν ότι το αριστερό του χέρι έχει πρόβλημα. Κάλεσαν τον γιατρό και μπήκε επειγώντος στο Νοσοκομείο. Δεν χρειάστηκε καμία μηχανική υποστηρίξει. Έχει μόνο ορό και οξυγόνο.

Νοσ.ιστΜαζί τους έκανε προευχή ο Γέροντας το Σάββατο το πρωϊ στο Νοσοκομείο

Το άξιο θαυμασμού είναι ότι την 5η ημέρα μετά το εγκεφαλικό, το Σάββατο δηλαδή το πρωϊ συμμετείχε στην πρωινή προσευχή που έκαναν στο θάλαμό του με τους πατέρας 2 γιατροί και 2 νοσηλευτές που ήρθαν από την Αθήνα για ένα 3ήμερο, να προσφέρουν τις υπηρεσίες στον Γέροντα.
Την ώρα που ο χειρούργος ιατρός Ευγένιος Μπαϊραμίδης έλεγε το «Πάτερ ημών», ο π. Αυγουστίνος έλεγε την συνέχεια. Στο τέλος είπε μόνος του το Αμήν. Την Κυριακή το πρωϊ κοινώνησε στο Νοσοκομείο των αχράντων Μυστηρίων. Στην ερώτηση μας, πως είναι; απάντησε καλά.

Ο Γέροντος αγωνιστής ιεράρχης δεν είναι μόνο υπόδειγμα αληθινού ποιμένος της ΟΡΘΟΔΟΞΟΥ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ, αλλά είναι και υπόδειγμα μεγάλης υπομονής. Ποτέ δεν παραπονέθηκε για τίποτε. Σηκώνει με αξιοθαύμαστη υπομονή τον σταυρό των γηρατειών του.

______________________________________

Νοσ. 2ιστ

Συγκινητική είναι η αγάπη των ιατρών του Νοσοκομείου. Συγκινητικότερη η προσέλευση των πιστών…

Πρόσωπα κάθε ηλικίας μπαίνουν συγκινημένα στο θάλαμο, για να πάρουν την ευχή του και να φιλήσουν το χέρι του. Οι περισσότεροι είναι νέοι.

Μια φλωρινιώτισσα ήρθε με το σύζυγό της και κλαίγοντας έλεγε· «Πάτερ η Μακεδονία μας θα μείνει Ελληνική».

Οι φλωρινιώτες νιώθουν τον γέροντα επίσκοπό τους, σαν ομπρέλλα να φυλάει την πόλη.

Αυγουστίνος Καντιώτης

Ένα Προφητικό Κείμενο του πατρός Αυγουστίνου Καντιώτη, γραμμένο το 1964

Θεολόγοι τίνες, επηρεαζόμενοι από τα σύγχρονα παγκόσμια ρεύματα, ως καραμέλλαν πιπιλίζουν τώρα τελευταίως την λέξιν «οικουμενικότης»,
«οικουμενικόν πνεύμα»,
«οικουμενική κίνησις».
Οικουμενικότης! Τι ωραία λέξις! Αλλά κάτω από την λέξιν αυτήν κρύπτεται ο φοβερώτερος δια την Ορθοδοξίαν κίνδυνος.
Ποιος κίνδυνος; Θα τον παρουσιάσωμεν με ένα παράδειγμα:
Μία γυνή είνε πιστή εις τον άνδρα της. Δεν επιτρέπει τρίτος τις να υπεισέλθη εις τας σχέσεις των. Διαρκώς ενθυμείται τας επισήμους υποσχέσεις που έδωκεν ενώπιον Θεού και ανθρώπων.
Αλλ’ η γυνή αύτη τυγχάνει να είνε εκτάκτου καλλονής, και ελκύει τα βλέμματα πολλών.
Λόγω όμως της εντιμότητος της γυναικός, όποιος θα ετόλμα να την πλησίαση και να κάνη πρότασιν περί ανηθίκων σχέσεων, αμέσως θα απεκρούετο μετ’ οργής. Και εάν επέμενεν, ένα ισχυρόν ράπισμα της εντίμου γυναικός επί του αναιδούς προσώπου του θα τον έκανε να συνέλθη.
Τούτο λοιπόν καλώς γνωρίζοντες τα φαύλα υποκείμενα, άλλην μέθοδον μεταχειρίζονται.
Προσπαθούν να εξακριβώσουν εις ποία πράγματα αρέσκεται αύτη. Εάν, δηλαδή, αγαπά την ποίησιν, την φιλοσοφίαν, την καλλιτεχνίαν κ.λ.π. Και από τα πράγματα αυτά θ’ αρπαχθή ο κρύφιος εραστής, και με μεγάλην επιτηδειότητα θα επιδιώξη ν’ αρχίση αθώαν συζήτησιν επί των θεμάτων της αρεσκείας της γυναικός. «Τι ωραίον είνε αυτό το ποίημα!», «Τι ωραία είνε αυτή η εικών!», «Πόσον θαυμάσιον είνε αυτό το θεατρικόν έργον!», «Πόσον γλυκεία η μουσική!».
Έτσι αρχίζει ο διάλογος... Η δε αφελής και ανύποπτος γυνή αφήνεται να παρασύρεται εις μακράς συζητήσεις μετά του απατεώνος, του οποίου, καθ’ ον χρόνον η γλώσσα ρητορεύει περί φιλολογίας και καλλιτεχνίας, η καρδία σκιρτά επί τη μυστική ελπίδι της κατακτήσεως της γυναικός.
Και αφού δια των συζητήσεων δημιουργηθή κλίμα μεγάλης οικειότητος και αμοιβαίας κατανοήσεως, τότε θα επέλθη και «το μοιραίον», η άτιμος δηλαδή πράξις, η αισχρά ένωσις, η οποία ήρχισε μ’ ένα αθώον διάλογον, όπως ποτέ και εν τη Εδέμ ο πονηρότατος όφις μ’ ένα γλυκύν διάλογον κατώρθωσε να απατήση την Εύαν.
Μας εννοείτε, αγαπητοί μου, τι θέλομεν να είπωμεν; Παραβολικός είνε ο λόγος μας.

Η γυνή, περί της οποίας ομιλούμεν ανωτέρω, είνε η Ορθόδοξος ημών Εκκλησία.Αυτή είνε η καλλονή.
Αυτή είνε η περιφέρουσα τον ήλιον, κατά την θαυμαστήν εικόνα της Αποκαλύψεως. Αυτή είνε η ηλιοστάλακτος, η φέρουσα επί της κεφαλής στέφανον αστέρων δώδεκα και τη σελήνη υπό τους πόδας αυτής (Αποκ. 12,1). Αυτή, η Ορθόδοξος Εκκλησία, έμεινε πιστή εις τον Κύριον, εις τον αιώνιον Νυμφίον.
Αυτή εφύλαξεν αγνήν την προφορικήν και γραπτήν παράδοσιν του Κυρίου και των αποστόλων, κατά την θεόπνευστον συμβουλήν∙ «Στήκετε, και κρατείτε τας παραδόσεις ας εδιδάχθητε είτε δια λόγου είτε δι' επιστολής ημών» (Β' Θεσ. 2,15).
Αυτή, η Ορθόδοξος Εκκλησία, επί 19 αιώνας μάχεται κραταιόν και αιματηρόν αγώνα κατά της πολυειδούς πλάνης, κατά των ποικιλωνύμων αιρέσεων, που επεζήτησαν να μολύνουν και να διαφθείρουν την αγνότητά της. Μία δε εκ των φοβερωτέρων αιρέσεων είνε και ο παπισμός, ο οποίος λόγω των πλανών του, του απολυταρχικού πνεύματος και των φοβερών εγκλημάτων του, προεκάλεσε τον προτεσταντισμόν και την κατάτμησιν της όλης χριστιανοσύνης. Ναι. Αιρετικοί είνε οι παπικοί, ως ορθώς τονίζει το ορθόδοξον περιοδικόν «Σωτήρ» εις το τελευταίον του φύλλον.
Την εμμονήν της Ορθοδόξου Εκκλησίας εις την πατρώαν ευσέβειαν γνωρίζουν καλώς οι εχθροί της, και μάλιστα ο παπισμός. Και επειδή οι εχθροί ούτοι δια πολλών παραδειγμάτων έχουν πεισθή ότι δι’ ενός κατά μέτωπον πολέμου δεν δύνανται να εκπορθήσουν το φρούριον της Ορθοδοξίας, άλλην τακτικήν μετέρχονται εσχάτως. Ήρχισαν νέον πόλεμον. Τον πόλεμον της …ειρήνης! Χειρότερον από τον πόλεμον των σταυροφοριών. Δεν ακούετε την λαλιάν του όφεως, του επιζητούντος να φθείρη τα νοήματα της Ορθοδοξίας από της απλότητος ημών; (Β' Κορ. 113)· Ιδού τι λέγει ο όφις·
«Ω Ορθόδοξος Εκκλησία! Διατί μένεις μακράν; Μη με φοβείσαι. Δεν είμαι ο δράκων.
Είμαι ο γλυκύς άγγελος που σου φέρω το μήνυμα της αγάπης. Δεν έχω σκοπόν να σε θίξω εις τίποτε. Κράτησε τα δόγματά σου και τας παραδόσεις. Αυτά είνε δια τους θεολόγους... Εγώ σε προσκαλώ εις το σαλόνι μου δια να συζητήσωμεν άλλα θέματα. Δια να δημιουργήσωμεν ένα κοινόν μέτωπον κατά της πενίας, κατά της δυστυχίας, κατά της αθεΐας, κατά του κομμουνισμού, κατά του πολέμου κ.λ.π… (2) Δεν σε συγκινούν αυτά τα θέματα; Δεν σε ενθουσιάζει η πρότασις αυτή;
Έλα λοιπόν να διεξαγάγωμεν τον διάλογόν μας, επί υψηλού επιπέδου, επί του επιπέδου της οικουμενικότητος και της αμοιβαίας κατανοήσεως, και θα ιδής πόσον ωραία θα είνε η συνάντησίς μας!».
Ορθόδοξος Εκκλησία μας! Πονεμένη και μαρτυρική Μάνα μας! Θα δεχθής την πρότασιν αυτήν;
Θ' ανοίξης διάλογον με τον παπισμόν; Και δεν διαβλέπεις ότι εις την πρότασιν αυτήν υπάρχει ο κίνδυνος, δι’ ανικανότητα και αναξιότητα των εκπροσωπούντων σε, να δημιουργηθή μία κατάστασις εις τρομερόν βαθμόν ευνοϊκή δια τους εχθρούς σου, μέσα εις την οποίαν, χωρίς να το καταλάβης, θα πέσης εις την αγκάλην του παπισμού και θα συμβή η... «ένωσις», η ψευδώνυμος ένωσις, η πνευματική μοιχεία, η πλέον άτιμος πράξις η οποία ημπορεί να συμβή ποτέ και δια την οποίαν θα χρειασθούν αιώνες μετανοίας;
Οι δε ορθόδοξοι, οι οποίοι θα θελήσουν να παίξουν ρόλον μαστροπού της Ορθοδόξου Εκκλησίας, θα έλθη η ώρα που θ' αναστενάζουν και θα λέγουν: «Η γλώσσα αυτή, που ερρητόρευε περί οικουμενικότητος και αμοιβαίας κατανοήσεως, ας κοπή».
«Τα πόδια αυτά, που έτρεχον προς συνάντησιν των υποκρινομένων φιλίαν μετά της Ορθοδοξίας, ας σαπίσουν». «Τα χέρια αυτά, τα οποία υπέγραψαν επιστολάς και υπομνήματα οικουμενικότητος, να πέσουν!»
Αυτή, αγαπητοί μου, εν λόγω παραβολικώ και ρεαλιστικώ είνε η περιλάλητος θεωρία της οικουμενικότητος που «χάφτουν» οι εκ των ημετέρων χάνοι.
Η θεωρία περί οικουμενικής κινήσεως, κάτω από την οποίαν δύνανται να στεγασθούν όλα τα είδη των αιρέσεων, και τα πλέον ετερόκλητα στοιχεία, αποτελεί, επαναλαμβάνομεν, κίνδυνον δια την Ορθόδοξον Εκκλησίαν.
Διότι υποτιμά την σημασίαν των δογμάτων, των αιωνίων τούτων αληθειών της θείας αποκαλύψεως, αι οποίαι, διατυπωθείσαι θαυμαστώς εις τους συντόμους όρους των Οικουμενικών Συνόδων, είνε ως τα οστά και η σπονδυλική στήλη, άνευ των οποίων το σώμα μεταβάλλεται εις πλαδαράν και άμορφον μάζαν.
Υποτιμά τους Ιερούς Κανόνας, τους οποίους οι οπαδοί της οικουμενικότητος αποκαλούν «απηρχαιωμένα και σκωριασμένα όπλα».
Συνελόντι δε ειπείν, υποτιμά την Ορθόδοξον Εκκλησίαν καθόλου,δια την οποίαν οι οπαδοί της οικουμενικότητος λέγουν ότι «είνε αυταρέσκεια και βλασφημία να νομίζωμεν ότι αυτή και μόνη είνε η αληθινή Εκκλησία, η κατέχουσα ακίβδηλον την αλήθειαν της θείας αποκαλύψεως».
Ούτω τα δόγματα και η ηθική, αδιασπάστως ηνωμένα εν τη Ορθοδοξία, εν τη οικουμενική κινήσει τείνουν να εξατμισθούν και να παραμείνη ένα απατηλόν σχήμα αγάπης.
Ούτως η θεωρία της οικουμενικότητος και «της συνυπάρξεως των λαών», υπό κοσμικών και πολιτικών κύκλων του αιώνος υποστηριζόμενη προς στήριξιν μιας επισφαλούς ειρήνης, εισβάλουσα ήδη και εις τον πνευματικόν κόσμον, όπου οι συμβιβασμοί είνε απαράδεκτοι, δύναται να προκαλέση σύγχυσιν και αναστάτωσιν, πραγματικήν Βαβέλ. Η ζύμη είνε άχρηστος, εάν αναμιχθή με άλλα στοιχεία και χάση την δραστικήν της ενέργειαν. Και η Ορθοδοξία είνε η αρίστη ζύμη, η ζύμη της αληθείας η οποία δύναται όλον το φύραμα να ζύμωση, αλλ' υπό την προϋπόθεσιν να παραμείνη άμικτος από ξενικά στοιχεία, καθαρά.
Δια τούτο εχθροί της Ορθοδοξίας είνε οι οπαδοί της θεωρίας της οικουμενικότητος.
Δεν διστάζομεν δε δια τούτο να ονομάσωμεν την κίνησιν αυτήν της οικουμενικότητος «νέαν αίρεσιν», εναντίον της οποίας πρέπει πάση δυνάμει ν' αμυνθή η Ορθόδοξος Εκκλησία.
______________________________________

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ
1. Από το βιβλίο «αντιπαπικά», του π. Αυγουστίνου Καντιώτη, σελ. 98 -105, γραμμένο το 1964 (εκδόσεις «Σταυρός»).
Το όντως προφητικό αυτό κείμενο επαναδημοσίευσε η «Χριστιανική Σπίθα» (φύλλο 650, Απρίλιος 2007), μετά από προτροπή - επισήμανση ενός αναγνώστη της από την Αθήνα.
2. Κοντά στις άλλες προφάσεις για τον πονηρό διάλογο, μπορεί να προστεθεί τώρα το ενδιαφέρον για τη «μνεία του Χριστιανισμού στο ευρωσύνταγμα», την «αντιμετώπιση της τρομοκρατίας», το«οικολογικό πρόβλημα», την «συνεργασία στον τομέα της βιοηθικής» κ.α. Κατά τα άλλα, τα λόγια του σεβαστού ιεράρχη είνε σαν να γράφτηκαν σήμερα!!!

Ορθοδοξία

Κυριακή 8 Αυγούστου 2010

Η Θεοτόκος η μητέρα του φωτός

Μητροπολίτου Μόρφου Νεοφύτου
Η ευλάβεια της Εκκλησίας μας προς το πρόσωπο της υπεραγίας Θεοτόκου, σχηματίζει ένα πλατύ ποτάμι ύμνων, ικεσιών, αγάπης, πού διατρέχει τον ανθρώπινο χρόνο για δύο χιλιετίες σχεδόν και συνεχίζει ακατάπαυστα να ρέει και να διογκούται. Η Παναγία είναι παρούσα παντού μέσα στην Εκκλησία: Πρώτ’ απ’ όλα σε κάθε Λειτουργία, όπου η επίκληση του Σωτήρος γίνεται μέσω της —«ταις πρεσβείαις της Θεοτόκου σώτερ σώσον ημάς»· πέρα από τη Λειτουργία, και τις ακολουθίες πού απευθύνονται ειδικά σ’ αυτόν, όπως οι Χαιρετισμοί ή οι Παρακλητικοί Κανόνες, δεν υπάρχει εκκλησιαστική ακολουθία πού να μην αφιερώνει ύμνους ή ευχές στο πρόσωπο της· η εικόνα της βρίσκεται πάντα στ’ αριστερά της ωραίας πύλης, με κεριά να καινε μπροστά της, όπως και στην εικόνα του Χριστού, αλλά και σ’ όλα τα σπίτια των χριστιανών· αναρίθμητοι ναοί αλλά και μοναστήρια είναι αφιερωμένοι σ’ αυτήν —μόνο στην Κωνσταντινούπολη, μια πόλη πού ήταν αφιερωμένη στη Θεοτόκο, υπήρχαν κάποτε 200· πολλά ιερά προσκυνήματα είναι καθιδρυμένα σε περιοχές πού σχετίζονται με θαύματα της Παναγίας· σε παραδόσεις, δοξασίες και λαϊκές παροιμίες, το όνομα της Θεοτόκου αναφέρεται με εξαιρετική τιμή, ευγνωμοσύνη και εμπιστοσύνη.
Η αδιάπτωτη ένταση αυτής της ευλάβειας προς την Παναγία, κάνει μερικούς να βλέπουν ένα «παράδοξο» γεγονός σε μας τους ορθοδόξους: ενώ από τη μια, σε λειτουργικό και γενικότερα λατρευτικό επίπεδο, η τιμή προς την Παναγία εκφράζεται μ’ έναν απίστευτο μορφολογικό πλούτο, αφ’ ετέρου οι δογματικές διατυπώσεις αναφορικά με τη Θεοτόκο είναι μάλλον λακωνικώς. Πέρα από τη αναφορά του Συμβόλου της Πίστεως στη Σάρκωση του Χριστού, «εκ πνεύματος Αγίου και Μαρίας της Παρθένου» και τον τίτλο της «Θεοτόκου» πού της δόθηκε από τη Γ’ Οικουμενική Σύνοδο, πού έγινε στην Έφεσο το 431 μ.Χ., η Ορθόδοξη Εκκλησία δεν έχει προβεί σε άλλες δογματικές εμβαθύνσεις αναφορικά με τη Θεοτόκο.
Ωστόσο, το «παράδοξο» αυτό, δεν είναι παράδοξο. Αν η Εκκλησία δεν προτίμησε την διατύπωση λεπτομερέστερων δογμάτων περί Θεοτόκου, είναι γιατί θεωρεί πάντα τη Θεοτόκο μέσα από μια Χριστολογική προοπτική. Το ίδιο το περί Θεοτόκου δόγμα της Εφέσου, διατυπώθηκε για να αντιμετωπιστεί μια Χριστολογική αίρεση, εκείνη του Νεστόριου, πού υποστήριζε ότι η Μαρία ήταν μητέρα του Χριστού και όχι του Θεού —υπονοώντας έτσι ότι ο Χριστός είχε δύο πρόσωπα και όχι ένα— και επομένως δεν μπορούσε να αποκαλείται Θεοτόκος. Γι’ αυτό λοιπόν, η Ορθόδοξη Εκκλησία επέμεινε ειρηνικά στην παραδοσιακή δοξολογία της Θεοτόκου πού είναι βαθιά ριζωμένη στην Χριστολογία και χρησιμοποιεί ως μέσα έκφρασης την λειτουργική ποίηση και τη λατρευτική τέχνη.
Δεν βλέπει η Εκκλησία την Παναγία εκτός Χριστολογικής προοπτικής. Στο πρόσωπο της Μαρίας δεν τιμούμε απλώς την παρθένο από την Ναζαρέτ, αλλά την αειπάρθενο Θεοτόκο. Στις ορθόδοξες εικόνες, η Παναγία σπανίως εικονίζεται χωρίς τον Υιό της και Υιό του Θεού. Και η αποδιδόμενη προς αυτήν τιμή εστιάζεται κυρίως στο ρόλο πού έπαιξε ως Θεοτόκος —και πού εξακολουθεί να έχει ως Μήτηρ Θεού— στο σχέδιο της σωτηρίας.
Η Παναγία, εκπροσωπώντας όλο το ανθρώπινο γένος, όλο τον άνθρωπο αλλά και όλη την κτίση, ήταν εκείνη πού μπόρεσε να φτάσει στο σημείο να πει το μεγάλο «ναι», να συγκατανεύσει εν ελευθερία στην πρόταση της σωτηρίας και να γίνει το «όχημα του Λόγου», να γίνει «Θεογεννήτωρ», Μήτηρ Θεού. Με τη Θεοτόκο, η ανθρωπότητα υψώνεται μέσα από την πτώση της και καταφέρνει επιτέλους να πιάσει το χέρι πού της απλώνει ο Θεός. Και όταν ήρθε το πλήρωμα του χρόνου, με τη αποδοχή αυτή, έγινε δυνατόν να σαρκωθεί ο άναρχος και ασώματος Θεός, για «την ημετέραν σωτηρίαν».
Βλέπουμε λοιπόν ότι το έργο της σωτηρίας είναι αποτέλεσμα της συνέργειας δύο ελεύθερων θελήσεων: εκείνης του Θεού και εκείνης της Θεοτόκου, δηλαδή του ανθρώπου. Η θέληση του Θεού για γενική σωτηρία ήταν δεδομένη. Για να προχωρήσει όμως το σχέδιο της Θείας Οικονομίας, χρειαζόταν και η ελεύθερη συγκατάθεση του ανθρώπου. Διότι μια σωτηρία πού θα επιβαλλόταν μονομερώς από τον Θεό, πού θα παραβίαζε την ανθρώπινη ελευθερία, το κατ’ εικόνα, δεν θα ήταν πραγματική σωτηρία αλλά βιασμός του ανθρώπου. Το θέλημα του Θεού για τη σωτηρία μας, δεν θα ήταν δυνατόν να πραγματοποιηθεί Αν δεν πίστευε σ’ αυτό η Παρθένος και δεν δεχόταν να το διακονήσει. Είναι λοιπόν η Θεοτόκος συνεργός, αυτόβουλη συνεργός στο έργο της σωτηρίας και όχι απλό όργανο: «Ιδού η δούλη κυρίου· γένοιτό μοι κατά το ρήμα σου» (Λουκ. 1,38). Η Παναγία είναι το ιερό και άμωμο ανάθημα του ανθρωπίνου γένους στον Θεό, όπως εύστοχα το εκφράζει ένα στιχηρό των Χριστουγέννων: «Τι σοι προσενέγκωμεν, Χριστώ, ότι ώφθης επί γης άνθρωπος δι’ ημάς; Έκαστον γαρ των υπό σου γενομένων κτισμάτων την ευχαριστίαν σοι προσάγει. Οι άγγελοι τον ύμνον, οι ουρανοί τον αστέρα, οι μάγοι τα δώρα, οι ποιμένες το θαύμα, η γη το σπήλαιον, η έρημος την φάτνην, ημείς δε μητέρα παρθένον...». Η Παναγία είναι το αποκορύφωμα όλων των καθαρμών των δικαίων της Παλαιάς Διαθήκης, το πιο εύοσμο άνθος όλης της ανθρωπότητας.
Η Εκκλησία μας, με το γνωστό ύμνο του Αγίου Κοσμά του Μελωδού Επισκόπου Μαϊουμά, τολμά να αποκαλεί την Θεοτόκο «τιμιωτέραν των Χερουβείμ και ενδοξωτέραν ασυγκρίτως των Σεραφείμ». Δεν είναι σχήμα λόγου, ούτε λυρική έξαρση. Ως συνήθως, η λατρευτική μας ποίηση μιλά για τα γεγονότα, την αλήθεια των πραγμάτων: Η θέση της Θεοτόκου στο θείο σχέδιο της καθολικής σωτηρίας είναι ανώτερη και από εκείνην των αγγέλων διότι οι άγγελοι, ως ασώματες υπάρξεις, δεν θα μπορούσαν να προσφέρουν το σώμα, την υλικότητα, για την πραγματοποίηση του μυστηρίου της Σαρκώσεως. Ενώ η Θεοτόκος, προσφέροντας τον εαυτό της στον Θεό, αξιώθηκε να κυοφορήσει τον ίδιο τον Δημιουργό Εκείνον πού έπλασε και τα Σεραφείμ και τα Χερουβείμ.
Μια γυναίκα, λοιπόν, πού γεννήθηκε μέσα στην πτωτική ανθρωπότητα, μέσα στην ιστορία, δια της θελήσεώς της αλλά και όλου το βίου της, ελκύει την θεία χάρη, γίνεται συνεργός του Θεού στο σχέδιο της σωτηρίας. Γίνεται η νέα Εύα, δια της οποίας η «αρά» της πρώτης Εύας, εκλείπει. Και δι’ αυτής γεννάται ο Νέος Αδάμ, ο ενανθρωπήσας Θεός Λόγος, για να διορθώσει το σφάλμα του προπάτορος Αδάμ και να νικήσει τον θάνατο για χάρη του ανθρώπου.
Γενόμενη Μήτηρ Θεού, η Παναγία μαρτυρεί για όλο το έργο πού επιτελεί ο Πατέρας δια του Υιού εν Αγίω Πνεύματι. Με την υπερφυή, εκ Πνεύματος Πνεύματος Αγίου, σάρκωση του Χριστού, γεννάται από την παρθένο Μαρία μια νέα ανθρωπότητα, ένας καινός άνθρωπος, ο καινός εν Χριστώ άνθρωπος. Και δίνεται στην κτίση μια καινούργια σημασία, πού είναι o σκοπός κι ο λόγος της υπάρξεως της: η μέλλουσα μεταμόρφωσή της.
Έτσι, θα μπορούσαμε να πούμε ότι η Παναγία, οδηγεί την Εκκλησία να κατανοήσει και να διασαφήσει το μυστήριο του Υιού του Θεού πού γίνεται άνθρωπος χωρίς να πάψει να είναι Θεός. Με τη θεία μητρότητά της, η Παναγία μαρτυρεί επίσης για την ουσιαστική φύση της Εκκλησίας αλλά και για τη ζωή εκείνων πού κληρονόμησαν τη σωτηρία. Η Εκκλησία είναι το Σώμα του Χριστού και ο Ναός του Αγίου Πνεύματος, όπως ακριβώς είναι κι εκείνη. Όπως και η Παναγία, η Εκκλησία «χωρεί τον αχώρητον», είναι «το παλάτιον, του μόνου Βασιλέως» και το «ευρύχωρον σκήνωμα του Λόγου». Με την Εκκλησία, «νεουργείται η κτίσις» και μας δίνεται «η κλείς της Χριστού βασιλείας». Μας προσφέρεται μια «γέφυρα μετάγουσα τους εκ γης προς ουρανόν» Η Παναγία προσωποποιεί την κλήση πού απευθύνεται στον καθένα μας για αγιότητα, την κλήση να γεννήσουμε, διά του Αγίου Πνεύματος, εντός μας και στον κόσμο, τον καινό εν Χριστώ άνθρωπο. Στο πρόσωπο της Παναγίας επαναλήφθηκαν όλα τα γεγονότα της ζωής του Κυρίου, ο Ευαγγελισμός, η Γέννηση, το θείο Πάθος, αλλά, με την Κοίμηση και την μετάστασή της, η εις Άδου Κάθοδος, η Ανάσταση και η εις τους ουρανούς Ανάληψη.
Όλα αυτά, η Παναγία τα δείχνει με το πρόσωπό της, διά του προσώπου και της παρουσίας της. Η μαρτυρία της είναι μια σιωπηλή μαρτυρία. Ελάχιστες οι εμφανίσεις της και οι αναφορές των Ευαγγελίων στο πρόσωπό της. Το μήνυμά της ανήκει στην κατηγορία των σημείων. Ήδη ο Προφήτης Ησαΐας χρησιμοποιεί τη λέξη σημείο προφητεύοντας την Ενανθρώπηση: «διά τούτο δώσει κύριος αυτός υμίν σημείον ιδού η παρθένος εν γαστρί έξει και τέξεται υιόν και καλέσεις το όνομα αυτού Εμμανουήλ» (Ησ. 7, 14). Το ίδιο και η Αποκάλυψη: «Και σημείον μέγα ώφθη εν τώ ουρανώ, γυνή περιβεβλημένη τον ήλιον, και η σελήνη υποκάτω των ποδών αυτής, και επί της κεφαλής αυτής στέφανος αστέρων δώδεκα» (Απ. 12, 1). Σημείο αντινομικό, αναιρετικό της λογικής του κόσμου, αφού συνθέτει την παρθενία και την μητρότητα: «Αλλότριον των μητέρων η παρθενία και ξένον ταίς παρθένοις η παιδοποιία», ψάλλει ο άγιος Ανδρέας Κρήτης, και καταλήγει «επί σοι Θεοτόκε αμφότερα ωκονομήθη». Πρόκειται για ένα σημείο πού δόθηκε από τον ίδιο τον Θεό. Δεν επιβλήθηκε, δόθηκε. Επομένως πρέπει να ανακαλυφθεί.
Ζώντας τον Χριστό και την Εκκλησία ανακαλύπτουμε την Μητέρα του Θεού και το μυστήριο της Μητρότητάς της. Καί, όπως κατέδειξε η Οικουμενική Σύνοδος της Εφέσου, ανακαλύπτοντας την «όντως Θεοτόκον», ανακαλύπτουμε τον ίδιο τον Χριστό και την Εκκλησία. Η Παναγία δεν είναι διόλου δυσνόητη. Ξέρει να σωπαίνει αλλά ξέρει να είναι και παρούσα εκεί πού την ζητούν. Η σιωπηλή της μαρτυρία, γίνεται άμετρον έλεος, για όσους επικαλούνται την χάρη της, γίνεται στοργή πάντα πόθον νικώσα.
Μετά τη θεία μετάστασή της η Θεοτόκος συμβασιλεύει με τον Υιό της στους ουρανούς. Από τη θέση αυτή και με την παρρησία πού έχει ως «μήτηρ της Ζωής», με την «αμετάθετον μεσιτείαν» της, συμπαρίσταται δυναμικά στο ανθρώπινο γένος, υπάρχει ως ακένωτη πηγή στοργικής προστασίας, ενεργεί ως μητέρα όλων των πιστών, ελπίς και προστασία των χριστιανών. Η θαυματουργική της χάρη, ξεχωριστή και πιο ισχυρή από των άλλων αγίων, εκδηλώνεται στους ανθρώπους με πολλούς τρόπους, ως βοήθεια και θεραπεία σε κάθε ανάγκη.
Το μυστήριο της Θεοτόκου δεν μπορεί να αναλυθεί, να οριοθετηθεί με λόγια. Γι’ αυτό η στάση της Εκκλησίας αλλά και του καθενός πιστού ξεχωριστά μπροστά στη Θεοτόκο είναι ανάλογη μ’ εκείνην του Αρχαγγέλου Γαβριήλ κατά την στιγμή του Ευαγγελισμού: στάση απορίας και θαυμασμού. Και μπροστά στην Θεοτόκο, δεν μπορούμε να πούμε τίποτ’ άλλο παρά: Χαίρε, Νύμφη ανύμφευτε.
(Μητρόπολη Μόρφου. Κείμενο που δημοσιεύθηκε στον κατάλογο της έκθεσης Θεοτόκος – Μαντόνα που στεγάστηκε στο κτίριο της Ελληνικής Τράπεζας).

"Παγώνουν" και οι χειροτονίες...


Το πάγωμα των προσλήψεων στο Δημόσιο, που έχει ανακοινωθεί ήδη δια στόματος Γιώργου Παπακωνσταντίνου, σκέφτεται να επεκτείνει η Κυβέρνηση και στην Εκκλησία από τον Σεπτέμβριο.
Ήδη, πάντως, ένας άλλος υπουργός, ο Γιάννης Ραγκούσης, τους συμπεριέλαβε στην απογραφή των δημοσίων υπαλλήλων.
Η Ελλαδική Εκκλησία τηρεί στάση αναμονής, ενώ ορισμένοι ιεράρχες σπεύδουν από τώρα να χειροτονήσουν κληρικούς για τον φόβο των Ιουδαίων…
Οι συγκεκριμένες πληροφορίες το τελευταίο διάστημα πληθαίνουν, με αποτέλεσμα να επικρατεί ένταση μεταξύ των ιερέων, καθώς μια τέτοια κίνηση από πλευράς κυβέρνησης θα ήταν casus belli για την Ελλαδική Εκκλησία.
Η ανησυχία είναι έκδηλη στη Μονή Πετράκη και το θέμα τέθηκε στον Αρχιεπίσκοπο στην πρόσφατη συνεδρίαση της Ιεράς Συνόδου, από μητροπολίτες κυρίως της περιφέρειας.
Ο κ. Ιερώνυμος, σύμφωνα με πληροφορίες, ήταν ιδιαιτέρως καθησυχαστικός, τους τόνισε ότι δεν υφίσταται τέτοιο θέμα, αλλά παράλληλα τους ζήτησε να μην το ανακινούν στα ΜΜΕ.
(romfea.gr)

Ανήκει η Ελλάδα στους Ελληνες;


Η ένταξη της χώρας μας στον μηχανισμό στήριξης σήμανε και την αποδοχή των όρων ελέγχου και εποπτείας- από την περιβόητη τρόικα- του προγράμματος δημοσιονομικής σταθερότητας. Για κάποιους αυτό αποτελεί εκχώρηση μέρους της εθνικής κυριαρχίας σε ξένες (οικονομικές) δυνάμεις. Για άλλους, μια εγγύηση ότι το πρόγραμμα θα προχωρήσει και θα ολοκληρωθεί, αποδεσμευμένο από εσωτερικές αγκυλώσεις και κομματικές σκοπιμότητες. Η πρόσληψη του πρώην υπουργού Οικονομίας της Ιταλίας και εκ των πρωτεργατών του ευρώ κ. Τομάζο Πάντοα Σκιόπα ως υπερ-συμβούλου του έλληνα πρωθυπουργού (την οποία αποκά λυψε «Το Βήμα» την περασμένη Τρίτη 3 Αυγούστου), αλλά και η πρόθεση του Μεγάρου Μαξίμου να συνεχίσει τη στελέχωσή του με προσωπικότητες κύρους από το εξωτερικό ήρθαν να εντείνουν τη φιλολογία γύρω από το- μάλλον διαχρονικό- ερώτημα: Ποιος τελικά κυβερνά αυτόν τον τόπο;
(Το Βήμα)

Πέμπτη 5 Αυγούστου 2010

Παραιτήθηκε ο Ηγούμενος του Μεγάλου Μετεώρου Αρχιμανδρίτης Αθανάσιος

πηγή: ΕΠΟΜΕΝΟΙ ΤΟΙΣ ΑΓΙΟΙΣ ΠΑΤΡΑΣΙ
Παραιτήθηκε ο Ηγούμενος του Μεγάλου Μετεώρου Αρχιμ. Αθανάσιος Αναστασίου γνωστός για τους αγώνες του κατά του οικουμενισμού και τις εκδόσεις του περιοδικού "Εν Συνειδήσει". Η παραίτηση γίνεται με προσωπική πρωτοβουλία του π. Αθανασίου, καθώς επιθυμεί μετά από την πολυετή διακονία του στην ηγουμενία της Μονης να ασχοληθεί περισσότερο με τα θέματα της ορθοδόξου πίστεως και ομολογίας, χωρίς το βάρος των διοικητικών καθηκόντων της ηγουμενίας.Όπως αναφέρει η τοπική εφημερίδα των Τρικάλων ΕΡΕΥΝΑ: "Η επιστολή παραιτήσεως που ακολουθεί είναι πραγματικά ένα κείμενο που θα μείνει στην ιστορία της σύγχρονης μετεωρίτικης παρουσίας και διαδρομής. Είναι ένα κείμενο που αντανακλά τον ηρωισμό, την αποφασιστικότητα, την ψυχική δύναμη και την αυταπάρνηση του γράφοντος.....
Απεικονίζει δηλαδή αυτόν τον ίδιο, τον π. Αθανάσιο που γνωρίσαμε και αγαπήσαμε όλοι μας, τον π. Αθανάσιο που με την πλούσια δραστηριότητά του, την διορατικότητά του και την θυσιαστική προσφορά του αναμόρφωσε τον μετεωρίτικο χώρο, αλλά και την ευρύτερη περιοχή με πλούσια οφέλη για την πόλη και τους κατοίκους της.
Είναι αυτός που η διορατικότητά του τον οδήγησε, επίσης, στην γνώση των ορίων του και την ολοκλήρωση ενός κύκλου στην πλούσια προσφορά του. Είναι αυτός που ξέρει να πρωτοπορεί, αλλά ξέρει και να προσφέρει και στους νεώτερους έδαφος και ευκαιρίες για πρωτοβουλίες και προσφορά.
Και αυτό έκανε με την παραίτησή του".
Παραθέτουμε την επιστολή παραιτήσεως του π. Αθανασίου στον Μητροπολίτη Σταγών και Μετεώρων:

Ἅγια Μετέωρα, 25 Ἰουλίου 2010
Κοίμησις τῆς Ἁγίας Ἄννης καί μνήμη Ὁσίας Εὐπραξίας
Ἀριθ. πρωτ. 55

Πρός τόν
Σεβασμιώτατον Μητροπολίτην
Σταγῶν καί Μετεώρων
κ.κ. Σεραφείμ
Ἱεράν Μητρόπολιν-Καλαμπάκα

Σε­βα­σμι­ώ­τα­τε πά­τερ καί Δέ­σπο­τα,
Δό­ξα τῇ Ἁ­γί­ᾳ καί Ὁ­μο­ου­σί­ῳ καί Ζω­ο­ποι­ῷ καί Ἀ­δι­αι­ρέ­τῳ Τριά­δι τῇ κα­τα­στη­σά­σῃ ἡ­μᾶς Πα­τέ­ρα καί Κα­θη­γού­με­νον τῶν ἐν τῇ Ἱ­ε­ρᾷ καί Σε­βα­σμί­ᾳ Μο­νῇ Με­τα­μορ­φώ­σε­ως – Με­γά­λου Με­τε­ώ­ρου ἐ­να­σκου­μέ­νων ἀ­δελ­φῶν ἀ­πό τoῦ ἔ­τους 1984 ἄ­χρι τοῦ νῦν.
Πι­στεύ­ομεν, Σε­βα­σμι­ώ­τα­τε, ὅ­τι χά­ρι­τι καί εὐ­λο­γί­ᾳ τοῦ ἐν Τριά­δι Θε­οῦ ἡ­μῶν, πρε­σβεί­αις δέ καί εὐ­χαῖς τῆς Πα­να­γί­ας τῆς Με­τε­ω­ρι­τίσ­σης καί τῶν ἁ­γί­ων Κτι­τό­ρων τῆς Ἱ­ε­ρᾶς ἡ­μῶν Μο­νῆς, Ὁ­σί­ων Ἀ­θα­να­σί­ου τοῦ Με­τε­ω­ρί­του καί Ἰ­ω­ά­σαφ (Ἰ­ω­άν­νου) τοῦ βα­σι­λέ­ως καί μο­να­χοῦ, τῶν ὁ­σι­ο­μαρ­τύ­ρων Πα­τέ­ρων αὐ­τῆς Νι­κο­δή­μου καί Δα­νι­ήλ καί πάν­των τῶν ἐν αὐ­τῇ ἐν ἀ­σκή­σει καί σε­μνῇ πο­λι­τεί­ᾳ ὁ­σί­ως τε­λει­ω­σάν­των τόν ἐν γῇ βί­ον αὐ­τῶν Πα­τέ­ρων καί Ἀ­δελ­φῶν, ὡς καί πάν­των τῶν ἐν ἀ­σκή­σει δι­α­λαμ­ψάν­των ἐν Με­τε­ώ­ροις Ἁ­γί­ων, «κλη­θείς κλή­σει ἁ­γί­ᾳ κατά χά­ρι­ν τήν δο­θεῖ­σαν μοι ἐν Χρι­στῷ Ἰ­η­σοῦ» (Β΄ Τιμ. α, 9), δι­η­κο­νή­σα­μεν καί ἐκ τῆς θέ­σε­ως τοῦ Ἡ­γου­μέ­νου, ἐ­πί τρι­α­κον­τα­πεν­τα­ε­τί­αν ὅ­λην, τήν Ἱ­ε­ράν Μο­νήν ἡ­μῶν πά­σῃ δυ­νά­μει καί ψυ­χι­κῇ ἀν­το­χῇ, διά παν­τοί­ων προ­σπα­θει­ῶν, κό­πων, θυ­σι­ῶν, ἀ­γώ­νων καί ἀ­γω­νι­ῶν, ἐν μέ­σῳ πλή­θους ἐμ­πο­δί­ων, συ­κο­φαν­τι­ῶν, πα­γί­δων, δο­κι­μα­σι­ῶν, τάς ὁ­ποί­ας ἐ­πέ­τρε­ψεν ἡ παν­σο­φί­α τοῦ Θε­οῦ καί διά τάς ὁ­ποί­ας εὐ­χα­ρι­στοῦ­μεν Αὐ­τόν ἐκ βά­θους ψυ­χῆς καί καρ­δί­ας. Σᾶς δι­α­βε­βαι­οῦ­μεν, Σε­βα­σμι­ώ­τα­τε, ὅ­τι αὐ­ταί ὑ­πῆρ­ξαν ἀ­πό τάς πλέ­ον ση­μαν­τι­κάς αἰ­τί­ας πνευ­μα­τι­κῆς ὡ­ρι­μό­τη­τος καί πο­λυ­πλεύ­ρου ὠ­φε­λεί­ας. Αὐ­τός μό­νος, ὁ ἐ­τά­ζων καρ­δί­ας καί νε­φρούς Θε­ός, καί οἱ Ὅ­σιοι Κτί­το­ρες τῶν Ἱ­ε­ρῶν Μο­νῶν τῶν Ἁ­γί­ων Με­τε­ώ­ρων γνω­ρί­ζουν τά τῆς ἡ­μῶν καρ­δί­ας καί ψυ­χῆς. Δό­ξα σοι ὁ Θε­ός πάν­των ἔ­νε­κεν!
Ὅ­μως, Σε­βα­σμι­ώ­τα­τε, κα­τό­πιν ὡ­ρί­μου σκέ­ψε­ως καί ἐ­σω­τε­ρι­κῆς πλη­ρο­φο­ρί­ας, πού ἐ­νι­σχύ­θη­σαν καί ἐ­στε­ρε­ώ­θη­σαν καί διά τῆς θαυ­μα­στῆς ἐ­πεμ­βά­σε­ως καί ἀ­προσ­δο­κή­του πα­ρεμ­βά­σε­ως τοῦ τά πάν­τα ποι­οῦν­τος κα­λά λί­αν ὑ­πέρ τῶν ψυ­χῶν ἡ­μῶν Θε­οῦ ἡ­μῶν, ὁ Ὁ­ποί­ος φι­λαν­θρώ­πως οἰ­κο­νό­μη­σε τήν ἐν τῇ κα­θ’ ἡ­μᾶς Ἱ­ε­ρᾷ Μο­νῇ -ὅν τρό­πον Ἐ­κεῖ­νος γνω­ρί­ζει καί πα­ρα­χω­ρεῖ- ἔ­λευ­σιν τοῦ πα­νο­σι­ο­λο­γι­ω­τά­του Ἀρ­χι­μαν­δρί­του π. Νή­φω­νος Κα­ψά­λη, ἀν­δρός τι­μί­ου, ἐ­να­ρέ­του, φι­λα­γί­ου, φι­λα­κο­λού­θου, εὐ­λα­βε­στά­του Λει­τουρ­γοῦ, Ὑ­πη­ρέ­του καί πι­στοῦ οἰ­κο­νό­μου τῶν Ἁ­γί­ων Μυ­στη­ρί­ων, ἀλ­λά κυ­ρί­ως καί προ­πάν­των κλη­ρι­κοῦ πε­ρί τήν Ὀρ­θό­δο­ξον πί­στιν τῶν Πα­τέ­ρων ἡ­μῶν ὑ­γι­αί­νον­τος καί δι­α­κρα­τοῦν­τος τά ἱ­ε­ρά δόγ­μα­τα αὐ­τῆς ὡς θη­σαυ­ρόν ἀ­νε­κτί­μη­τον, ὁ­δη­γού­με­θα, χά­ρι­τι Θε­οῦ, εἰς τήν στε­ρρ­άν ἀ­πό­φα­σίν μας νά ἀ­πο­δε­σμευ­θοῦ­με ἀ­πό τό βά­ρος τῶν δι­οι­κη­τι­κῶν μας κα­θη­κόν­των, πού ἐ­πί σει­ρά ἐ­τῶν μᾶς ἐ­πεσώ­ρευ­σαν πε­ρισ­σήν ψυ­χι­κήν, πνευ­μα­τι­κήν καί σω­μα­τι­κήν κό­πω­σιν.

Σε­βα­σμι­ώ­τα­τε,
Διά τῆς με­τά χεῖ­ρας ἐ­πι­στο­λῆς ἡ­μῶν ταύ­της, ἐν ἐ­σω­τε­ρι­κῇ ἀ­γαλ­λιά­σει, ψυ­χι­κῇ ἀ­να­τά­σει καί ἐγ­καρ­δί­ῳ δο­ξο­λο­γί­ᾳ τοῦ Ὀ­νό­μα­τος τοῦ Θε­οῦ, σή­με­ρον τήν 25ην τοῦ μη­νός Ἰ­ου­λί­ου 2010, ἑ­ορ­τήν τῆς κοι­μή­σε­ως τῆς Ἁ­γί­ας Ἄν­νης καί τῆς Ὁ­σί­ας Εὐ­πρα­ξί­ας, ὑ­πο­βάλ­λο­μεν τήν ἐκ τῆς Ἡ­γου­με­νί­ας τῆς Ἱ­ε­ρᾶς Μο­νῆς Με­τα­μορ­φώ­σε­ως-Με­γά­λου Με­τε­ώ­ρου πα­ραί­τη­σιν ἡ­μῶν, οἰ­κεί­ᾳ βου­λή­σει καί ἡ­με­τέ­ρᾳ γνώ­μῃ καί οὐ­χί λόγῳ ἔ­ξω­θεν κα­τα­ναγ­κα­σμοῦ ἤ βί­ας τι­νός.
Πι­στεύ­ο­μεν ὅτι, χά­ρι­τι καί δυ­νά­μει καί φι­λαν­θρω­πί­ᾳ τοῦ ἐ­λε­ή­μο­νος Θε­οῦ ἡ­μῶν, πα­ρά τάς κα­τ’ ἄν­θρω­πον ἐλ­λεί­ψεις καί ἀ­τε­λεί­ας ἡ­μῶν, με­τά τήν πα­ρέ­λευ­σιν τριάκοντα πέντε ἐ­τῶν μο­να­χι­κῆς βι­ο­τῆς ἐκ τῶν ὁ­ποί­ων τά εἴκοσι τέσσαρα διετέλεσα ἡ­γού­με­νος καί μά­λι­στα εἰς μί­αν Μο­νήν τῶν Ἁ­γί­ων Με­τε­ώ­ρων μέ πλεῖστα ὅ­σα πνευ­μα­τι­κά, δι­οι­κη­τι­κά, δι­α­χει­ρι­στι­κά καί κοι­νω­νι­κά προ­βλή­μα­τα καί ὑ­πο­χρε­ώ­σεις, ἔ­χο­μεν συμ­πλη­ρώ­σει τόν κύ­κλον τῆς δι­α­κο­νί­ας μας εἰς τόν συγ­κε­κρι­μέ­νον το­μέ­α ἔ­χον­τας πρά­ξει, χά­ρι­τι Θε­οῦ, τό κα­τά δύ­να­μιν διά τήν βί­ω­σιν καί δι­α­φύ­λα­ξιν τοῦ ἀ­πο­στο­λο­πα­ρα­δό­του ὀρ­θο­δό­ξου μο­να­χι­σμοῦ καί τήν πα­ρά­δο­σίν του ἀ­νο­θεύ­του καί ἀ­ναλ­λοι­ώ­του εἰς τήν ἐ­περ­χο­μέ­νην γε­νε­άν, κα­θώς καί διά τήν δι­α­σφά­λι­σιν ἀ­λω­βή­του καί ἀ­πα­ρα­βιά­στου τοῦ ἱ­ε­ροῦ μας χώ­ρου τῶν Ἁ­γί­ων Με­τε­ώ­ρων.

Σε­βα­σμι­ώ­τα­τε,
Δι’ ὅ­λους τούς ἀ­νω­τέ­ρω λό­γους πα­ρα­κα­λοῦ­μεν ἵ­να εὐ­λο­γή­ση­τε τήν, κα­τά τόν Ἐ­σω­τε­ρι­κόν Κα­νο­νι­σμόν τῆς Ἱ­ε­ρᾶς Μο­νῆς ἡ­μῶν, ἐ­κλο­γήν νέ­ου Κα­θη­γου­μέ­νου ἐν αὐ­τῇ.
Πα­ραι­τού­με­νοι τῆς ἡ­γου­με­νί­ας δέν ἀ­πο­χω­ροῦ­μεν ἐκ τῆς Ἱ­ε­ρᾶς Μο­νῆς τῆς με­τα­νοί­ας ἡ­μῶν, μή γέ­νοι­το, ἥν ὡς μο­να­χός, ἱ­ε­ρο­μό­να­χος καί Κα­θη­γού­με­νος αὐ­τῆς δι­η­κο­νή­σα­μεν. Θά ἐ­ξα­κο­λου­θή­σομεν καί ὡς Προ­η­γού­με­νος καί ἁ­πλοῦς ἀ­δελ­φός αὐ­τῆς νά τήν δι­α­κο­νοῦ­μεν, ὅ­ση ἡ­μῖν δύ­να­μις, καί ὅ­σο ἡ ὑ­γεί­α μας ἐ­πι­τρέ­πει, δι­ό­τι γνω­ρί­ζο­μεν ὅ­τι ζῶ­μεν εἰς και­ρούς χα­λε­πούς καί δυ­σχει­μέ­ρους, κα­τά τούς ὁ­ποί­ους οἱ ἄν­θρω­ποι –καί τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας ἀ­κό­μη– «οὐκ ἀ­νέ­χον­ται τῆς ὑ­γι­αι­νού­σης δι­δα­σκα­λί­ας (τῆς Ὀρ­θο­δό­ξου Πί­στε­ως), ἀλ­λά κα­τά τάς ἐ­πι­θυ­μί­ας τάς ἰ­δί­ας ἑ­αυ­τοῖς ἐ­πι­σω­ρεύ­ου­σι δι­δα­σκά­λους, κνη­θό­με­νοι τήν ἀ­κο­ήν καί ἀ­πό μέν τῆς ἀ­λη­θεί­ας τήν ἀ­κο­ήν ἀ­πο­στρέ­φου­σι, ἐ­πί δέ τούς μύ­θους ἐ­κτρέ­πον­ται» (Β΄ Τιμ. δ, 3-4).
Εὐ­χη­θῆ­τε, Σε­βα­σμι­ώ­τα­τε, εἰς τόν ἀ­να­δει­χθη­σό­με­νον νέ­ον Ἡ­γού­με­νον καί τούς ἀ­δελ­φούς τῆς Ἱ­ε­ρᾶς Μο­νῆς μας νά δι­ά­γω­μεν ἐν εἰ­ρή­νῃ καί ὁ­μο­νοί­ᾳ καί «σύ­νε­σιν ἐν πᾶ­σι» καί νά μνη­μο­νεύ­ω­μεν καί ὁ­μο­λο­γοῦ­μεν πάν­το­τε «Κύ­ριον Ἰ­η­σοῦν Χρι­στόν ἐ­γη­γερ­μέ­νον ἐκ νε­κρῶν» (Β΄ Τιμ. β, 7-10).

Σε­βα­σμι­ώ­τα­τε,
Εὐ­λο­γη­τός ὁ Θε­ός ὁ ἐ­λε­ή­σας ἡ­μᾶς καί δε­δο­ξα­σμέ­νον τό Ὄ­νο­μα Αὐ­τοῦ εἰς τούς αἰ­ῶ­νας τῶν αἰ­ώ­νων. Πα­ρα­δί­δο­μεν τήν Ἡ­γου­με­νί­αν τῆς Ἱ­ε­ρᾶς Μο­νῆς Με­τα­μορ­φώ­σε­ως-Με­γά­λου Με­τε­ώ­ρου ὡς αὐ­τήν ἀ­νε­λά­βα­μεν: μη­δέν ἔ­χον­τες, μη­δέν κα­τέ­χον­τες, μη­δέν δι­α­κρα­τοῦν­τες τῶν ἐν τῇ Ἱ­ε­ρᾷ Μο­νῇ ἀ­νη­κόν­των, μη­δέ πο­λύ­τι­μον, μη­δέ λε­πτόν νο­μί­σμα­τος. Πα­ρα­κα­λοῦ­με μό­νον τόν Κύ­ριον ἡ­μῶν ἵ­να δώ­σῃ «τόν ὑ­πό­λοι­πον χρό­νον τῆς ζω­ῆς ἡ­μῶν ἐν εἰ­ρή­νῃ καί με­τα­νοί­ᾳ ἐ­κτε­λέ­σαι» καί, ὅ­ταν Ἐ­κεῖ­νος εὐ­δο­κή­σει, νά εἶ­ναι διά τῶν εὐ­χῶν Σας «χρι­στια­νά τά τέ­λη τῆς ζω­ῆς ἡ­μῶν, ἀ­νώ­δυ­να, ἀ­νε­παί­σχυν­τα, εἰ­ρη­νι­κά καί κα­λήν ἀ­πο­λο­γί­αν ἐ­νώ­πιον Αὐ­τοῦ» νά ἔ­χω­μεν.
Συγ­χω­ροῦ­μεν ἐκ βά­θους ψυ­χῆς καί καρ­δί­ας πάν­τας τούς κα­θ’ οἱ­ον­δή­πο­τε τρό­πον μᾶς ἠ­δί­κη­σαν ἤ ἐ­συ­κο­φάν­τη­σαν ἤ ἐ­πί­κρα­ναν ἤ ἐ­λύ­πη­σαν καί ἐ­ξαι­τού­με­θα τήν συγ­χώ­ρη­σιν πα­ρ’ ἐ­κεί­νων οἱ ὁ­ποῖ­οι ἐξ αἰ­τί­ας μας ἐ­θλί­βη­σαν ἤ ἐ­πι­κράν­θη­σαν ἤ ἠ­δι­κή­θη­σαν κα­τά τήν πο­λυ­ε­τῆ δι­α­κο­νί­αν ἡ­μῶν εἴ­τε ἐν γνώ­σει εἴ­τε ἐν ἀ­γνοί­ᾳ μας. Ὁ Θε­ός ὡς φι­λάν­θρω­πος νά εὐ­λο­γῇ καί νά ἁ­γιά­ζῃ ὅ­λους καί νά τούς χα­ρί­ζῃ τά ἀ­γα­θά τοῦ οὐ­ρα­νοῦ καί τῆς γῆς.
Δό­ξα τῷ Θε­ῷ καί Πα­τρί!
Δό­ξα τῷ Κυ­ρί­ῳ ἡ­μῶν Ἰ­η­σοῦ Χρι­στῷ!
Δό­ξα τῷ Ἁ­γί­ῳ Πνεύ­μα­τι τῷ φω­τί­σαν­τι τόν ἄ­χρι τοῦ νῦν βί­ον ἡ­μῶν!
Δό­ξα τῇ Ὑ­πε­ρα­γί­ᾳ Θε­ο­τό­κῳ τῇ Με­τε­ω­ρι­τίσ­σῃ καί προ­στα­σί­ᾳ ἡ­μῶν!
Δό­ξα τοῖς ἁ­γί­οις πα­τρά­σι τῆς κα­θ’ ἡ­μᾶς Ἱ­ε­ρᾶς Μο­νῆς, τοῖς ἡ­με­τέ­ροις ὁ­δη­γοῖς, συ­νο­δί­ταις καί συμ­πο­ρευ­ταῖς!
Δό­ξα τῷ ἐν Τριά­δι Θε­ῷ ἡ­μῶν πάν­των ἔ­νε­κεν!
Αὐ­τῷ ἡ δό­ξα καί τό κρά­τος εἰς τούς αἰ­ῶ­νας τῶν αἰ­ώ­νων. Ἀ­μήν.

Με­τά βα­θυ­τά­του σε­βα­σμοῦ καί εὐ­λα­βεί­ας πολ­λῆς
Ὁ Κα­θη­γού­με­νος
τῆς Ἱ­ε­ρᾶς Μο­νῆς Με­τα­μορ­φώ­σε­ως-
Με­γά­λου Με­τε­ώ­ρου

Ἀρ­χιμ. Ἀ­θα­νά­σιος Ἀ­να­στα­σί­ου

Τετάρτη 4 Αυγούστου 2010

Μητροπολίτης Μόρφου Νεόφυτος:«Τη Θεία Λειτουργία δεν την καταλαβαίνουμε. Μας καταλαμβάνει...»


«Τη Θεία Λειτουργία, παιδιά μου, δεν την καταλαβαίνουμε. Μας καταλαμβάνει...», συστήνει ο Μητροπολίτης Μόρφου Νεόφυτος , προλογίζοντας την νέα έκδοση της Μητρόπολης του, που φέρει τον τίτλο «Η ΘΕΙΑ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑ του ιερού Χρυσοστόμου(Τα κατά τον λαόν)». Με τον τρόπο αυτό ο 48χρονος Κύπριος Ιεράρχης παίρνει σαφή θέση κατά της χρήσης μετάφρασης στα νέα Ελληνικά της γλώσσας της Θείας Λειτουργίας. Ο Μόρφου Νεόφυτος, αφού σημειώνει ότι το θέμα της μετάφρασης τίθεται από πολλά παιδιά, ώστε να καταλαβαίνουν καλύτερα τη Λειτουργία και να είναι όσο το δυνατό μεγαλύτερη η συμμετοχή τους σε αυτή, παρατηρεί:
«Είναι πάρα πολύ εύκολο να διαβάσει κανείς μια μετάφραση του κειμένου της Λειτουργίας, θα του πάρει περίπου καμιά μισή ώρα. Μ’ αυτό τον τρόπο θα καταλάβει όλες τις λέξεις που λέγονται εκεί. Μήπως όμως αυτό είναι αρκετό για να κατανοήσει τη Λειτουργία;
Ή, για να το θέσω καλύτερα: Μήπως το ζήτημα στη Λειτουργία είναι η κατανόηση της γλώσσας; Αν ήταν έτσι, τότε οι φιλόλογοι θα ήσαν όλοι άγιοι της Εκκλησίας. Όμως τελικά άγιοι δεν γίνονται εκείνοι που κατανοούν γλωσσικά τη Λειτουργία, αλλά εκείνοι που φέρνουν την ύπαρξη τους ολόκληρη μέσα στη Λειτουργία, εκείνοι που αφήνουν τη Λειτουργία να τους αλλάξει και να τους κάνει άλλους ανθρώπους, καινούς εν Χριστώ ανθρώπους».
Ο Μητροπολίτης Μόρφου στο κείμενο του τονίζει ότι η κατανόηση προϋποθέτει την κάθαρση της καρδιάς και τον φωτισμό από το Άγιον Πνεύμα. Μετά από ορισμένες διευκρινήσεις για τον χαρακτήρα και την τέλεση της Θείας Λειτουργίας ο Μητροπολίτης Μόρφου, Επίσκοπος με ιδιαίτερη ποιμαντική φροντίδα για το ποίμνιο του, υπογραμμίζει:
1. Στη Λειτουργία δεν υπάρχει τίποτα το συμβολικό, δεν πρόκειται για μια αναπαράσταση των Παθών και της Αναστάσεως του Χριστού. Η Λειτουργία δεν είναι θείο θέατρο, αλλά πραγματικότητα.
2.Ο Χριστός είναι παρών υποστατικά, δηλαδή με όλη την υπόστασή του και θυσιάζεται πραγματικά δηλαδή σωματικά. Και όταν λαμβάνουμε τη Κοινωνία, τρώμε το αληθινό Του Σώμα και πίνουμε το αληθινό του Αίμα. Όταν δε τρώμε και πίνουμε από το Άγιο Ποτήριο, γινόμαστε «σύσσωμοι» του Χριστού, δηλαδή ενωνόμαστε πραγματικά και όχι συμβολικά με το Σώμα και το Αίμα Του, δηλαδή αποκτούμε κι εμείς αιώνια ζωή και έτσι νικούμε το θάνατό μας, μεταλαμβάνοντας Αναστάσιμο Σώμα και Αίμα Χριστού.
3. Κατά μία παλαιά και ευλογημένη συνήθεια, που συνεχίζεται και σήμερα στον τόπο μας, ο λαός μας δεν λέει «πάμε στη Θεία Λειτουργία», αλλά «πάμε στην Εκκλησιά». Ασυνείδητα λοιπόν ο λαός μας ταυτίζει τη Θεία Λειτουργία με την Εκκλησία, κι αυτό είναι μια μεγάλη αλήθεια που ανακεφαλαιώνει όλα αυτά που είπαμε πιο πάνω.
4.Στη Θεία Λειτουργία φανερώνεται η Εκκλησία. Πηγαίνοντας δε στην Εκκλησία και μετέχοντας στη Θεία Ευχαριστία, γινόμαστε Σώμα και Αίμα Χριστού, και αφού όλοι όσοι συναζόμαστε εκεί κοινωνούμε του ιδίου Σώματος και Αίματος, γινόμαστε όλοι αδέλφια.
«Για να ελευθερωθούμε από τις πολλές μας μέριμνες και αγωνίες, πρέπει να δώσουμε χρόνο και χώρο στον Θεό που πάντοτε μάς περιμένει όλους. Και αυτός ο χώρος και ο χρόνος, είναι η Θεία Λειτουργία», καταλήγει ο Μόρφου Νεόφυτος.
Η συγκεκριμένη έκδοση από την Μητρόπολη Μόρφου της Θείας Λειτουργίας του Αγίου Ιωάννου του Χρυσοστόμου, αποτελεί βοήθημα για τις Κατασκηνώσεις της Μητρόπολης, που βρίσκονται στην Ιερά Μονή του Οσίου Ιωάννη του Λαμπαδιστή, στους πρόποδες της οροσειράς του Τροόδους, όπως επίσης και για τα παρεκκλήσια των Γυμνασίων-Λυκείων Ακακίου και Σολέας.
Στόχοι της έκδοσης είναι η ενεργότερη συμμετοχή των παιδιών στα τελούμενα της Θείας Λειτουργίας, η εξοικίωση τους με την εκκλησιαστική γλώσσα και η καλλιέργεια του «έσω ανθρώπου».

Amen .gr /Λευκωσία, του Αριστείδη Βικέτου

Μοναχός Μωυσής Αγιορείτης , Με αφορμή ένα σεμινάριο

Ἀπό 10-22.3.2010 τό τμῆμα Θεολογίας τοῦ Ἀριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης πραγματοποίησε εἰκοσάωρο σεμινάριο γιά γυναῖκες, περίπου 110, ἐκπαιδευτικούς, “πρεσβυτέρες” καί ἄλλες, ἐπιχειρώντας, ὅπως ἀνέφερε, ἕνα ἄνοιγμα στήν κοινωνία. Θά μποροῦσε κανείς νά ἐπαινέσει τήν κίνηση αὐτή, ἄν δέν συνέβαιναν κάποια ἀνεπίτρεπτα.
Δυστυχῶς ἡ εὐκαιρία αὐτή στάθηκε, γιά μία ἀκόμη φορά, νά προτάξουν κάποιοι τίς φεμινιστικές τους ἰδέες, τίς μοντέρνες ἀντιλήψεις καί κάποιες ἀνίερες σκέψεις. Ἔτσι στάθηκαν στό ἄν ὁ «ἄρτος» καί ὁ «οἶνος» τῆς Θείας Κοινωνίας θά λέγονται «κρασί» καί «ψωμί». Στό νά λέγεται ἡ Παναγία «Μαρία» καί ὄχι «Θεοτόκος». Πολύς λόγος ἔγινε γιά τό ὅτι ἀμφισβητήθηκε ἡ μή μετάληψη τῶν γυναικῶν τίς ἡμέρες ἔμμηνου κύκλου τους. Μάλιστα μία καθηγήτρια εἶπε πώς κάτι τέτοιο εἶναι ὅ,τι καί ὁ ἱδρώτας, ὁπότε δέν τίθεται κανένα θέμα κωλύματος προσελεύσεως στή Θεία Κοινωνία. Ὅπως ἦταν φυσικό, ὁρισμένες γυναῖκες σκανδαλίσθηκαν καί ἀντέδρασαν, γιά νά χαρακτηριστοῦν ὀπισθοδρομικές καί ἀναχρονιστικές.
Ἕνας καθηγητής ἔθεσε θέμα εὐθύνης τῶν πνευματικῶν, τούς ὁποίους δέν δίστασε νά χαρακτηρίσει ἀρρωστημένους, οἱ ὁποῖοι καταπιέζουν τούς ἐξομολογούμενους. Οἱ Πνευματικοί, πιστεύω, δέν ἀποφασίζουν ἐκείνη τή στιγμή, ἀλλά βασίζονται σέ ὑπάρχοντες Kανόνες τῆς Ἐκκλησίας. Θεωρεῖ ἀκραῖες τίς θέσεις τῶν πνευματικῶν καί ὀρθές μόνο τῶν καθηγητῶν. Tό θέμα εἶναι ἀρκετά σοβαρό. Κανένας καθηγητής, ὅσο σοφός καί ἄν εἶναι, δέν μπορεῖ νά δώσει συγχώρηση καί ἄφεση ἁμαρτιῶν. Tούς κανόνες τῆς Ἐκκλησίας δέν τούς ἔγραψαν οἱ σημερινοί πνευματικοί, ἀλλά οἱ Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας. Tό ράβε-ξήλωνε κάποιων συγχρόνων θεολόγων εἶναι ἀρκετά δύσκολη ἀτραπός καί θά ὁδηγήσει σέ περιπέτειες. Ὁ μοντερνισμός εἶναι ἑλκυστικός ἀλλά καί πολύ ἐπικίνδυνος.
Ἡ πρωτοτυπία εἶναι καλή, ἀλλά ἡ παράδοση τῆς Ἐκκλησίας εἶναι μία. Δέν ἔχουμε νά ποῦμε πολλά νέα πράγματα, αὐτό δέν σημαίνει ὅτι τά παλαιά δέν εἶναι οὐσιώδη, καίρια, σωτήρια καί λυτρωτικά. Ἡ ἀγχώδης ἀναζήτηση τοῦ καινούργιου στή θεολογία εἶναι μία σκληρή περιπέτεια. Ὅ,τι τό καινούργιο ἐντυπωσιάζει, δέν σημαίνει ὅμως ὅτι εἶναι καί ἀποδεκτό. Παρουσιάζονται ὁρισμένοι νά αἰσθάνονται μειονεκτικά μπροστά στήν ἀρχαιότητα καί αὐστηρότητα τῆς Ἐκκλησίας μας. Αὐτή εἶναι ἡ Ἐκκλησία μας. Δέν θά δημιουργήσουμε μία πιό νέα, πιό ὡραία, πιό εὔκολη καί πιό εὐχάριστη. Ἀπό τήν Ἐκκλησία δέν παίρνουμε ὅ,τι μᾶς συμφέρει καί βολεύει, ἀλλά ἀκέραιη ὅλη τήν ἀλήθειά της. Ἡ χάρη τῆς Ἐκκλησίας μας παραμένει ἀκένωτη στήν ἀκρίβειά της. Δέν πᾶμε ν᾽ἀκούσουμε στήν Ἐκκλησία κάτι πού μᾶς ἀρέσει, κάτι διαφορετικό, κάτι πού νά ἱκανοποιεῖ τό συναίσθημα.
Ἄν νομίζει κανείς ὅτι ἡ Ἐκκλησία μέ τό νά μιλᾶ γιά ὑπακοή, ταπείνωση καί ἀλήθεια εἶναι σκοταδιστική λαθεύει ἀνεπανόρθωτα. Ἄν πάλι νομίζει ὅτι αὐτός ἤ αὐτή θά διορθώσει, μεταποιήσει καί σώσει τήν Ἐκκλησία, πλανᾶται πλάνη οἰκτρά. Ἡ Ἐκκλησία ἔπαθε πολλά ἀπό ἐπίδοξους σωτῆρες της. Tό μνημόσυνό τους ἀφανίσθηκε. Ἡ Ἐκκλησία πορεύεται. Κανείς δέν ἀντιλέγει γιά ἕνα καλύτερο πλησίασμα τοῦ διψασμένου καί ἀγωνιῶντος κόσμου. Αὐτό ὅμως δέν θά γίνει μέ ἐκπτώσεις, διορθώσεις καί μεταφράσεις, ἀλλά μέ ὑπομονετική κι ἐπιμελῆ μαθητεία στήν ἁγιοπατερική σοφία.
Tό πρόβλημα τῶν γυναικῶν σήμερα εἶναι γιατί ἡ Θεοτόκος δέν λέγεται Μαρία καί γιατί ὁ “ἄρτος” δέν λέγεται “ψωμί” καί ὁ “οἶνος” “κρασί”; Νά γίνουν σεμινάρια γιά ὑγιῆ ἐπιστροφή στήν ὀρθόδοξη παράδοση, στήν ἁγνή εὐσέβεια, τήν ἁγία εὐλάβεια, τήν ταπεινή προσευχή, τήν καθαρή ἐξομολόγηση, τήν ἑρμηνεία καί ὄχι τήν πρόχειρη μετάφραση τῶν ἱερῶν κειμένων. Λίγος σεβασμός, μεγαλύτερη προσοχή καί θεῖος φόβος εἶναι ἀπαραίτητα στήν προσέγγιση τόσο σοβαρῶν θεμάτων.
ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗ ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ», τ. 47, AΠΡ. – ΙΟΥΝ. 2010,σελ. 11