Τρίτη, 28 Σεπτεμβρίου 2010

Επιστολή-καταγγελία του Μητροπολίτου Αττικής και Μεγαρίδος κ. Νικοδήμου (Γκατζιρούλη) στην Ιεραρχία

Προς την Αγίαν και Ιεράν Σύνοδον
της Ιεραρχίας της Εκκλησίας της Ελλάδος

 
Συλλειτουργοί και συνδιάκονοι
του Μυστηρίου της Σταυρικής Αγάπης
Συνήχθητε, εν διασκέψει, την 12ην Μαΐου 2010 και ησχολήθητε, δια πολλοστήν φοράν, με την υποχρέωσιν άρσεως του ανυποστάτου «επιτιμίου της ακοινωνησίας», του επιβληθέντος το έτος 1993 εις εμέ και εις τους μακαριστούς αδελφούς Θεσσαλιώτιδος Κωνσταντίνον και Λαρίσης Θεολόγον, εν ασυγγνώστω περιφρονήσει των Ιερών Κανόνων και της κειμένης Καταστατικής Νομοθεσίας και κατά βάναυσον τρόπον διαχειρισθέντος επί δεκαεπταετίαν όλην. Η επινοηθείσα αύτη «ποινή» επεβλήθη τότε, όλως αυθαιρέτως, άνευ διεξαγωγής Κανονικών και Νομίμων ανακρίσεων, άνευ κλήσεως ημών εις απολογίαν και άνευ συζητήσεως της υποθέσεως εν εκκλησιαστικώ δικαστηρίω, παρόντων και ημών, ως κατηγορουμένων και δικαιουμένων να εκφέρωμεν ένστασιν η αντίκρουσιν. Αλλά και τώρα, μετά τόσα έτη, αντί της θεραπείας και της αδελφικής υπερβάσεως των καταλυτικών αντιθέσεων και των πικριών, εδρομολογήσατε την συζήτησιν δια την «άρσιν» η την «μη άρσιν» του ποινικοποιημένου, όλως αυθαιρέτως, επιτιμίου, χωρίς να δεχθήτε, εν Ιεροκανονική δεσμεύσει η, έστω, εν αδελφική προσεγγίσει και την ιδικήν μου παρουσίαν και να θέσετε υπό κρίσιν την άποψίν μου η το παράπονόν μου. 
Μετά την Συνεδρίασιν, διεσπείρατε τας αποφάσεις σας εις τα έντυπα και τα ηλεκτρονικά Μέσα Ενημερώσεως, χωρίς, έως της παρούσης στιγμής, να κοινοποιήσετε και εις εμέ, τον επί τριάκοντα επτά συναπτά έτη στόχον της ακορέστου οργής μερίδος εξ υμών και θύμα των εν σκότει σχεδιασθεισών και ανασχεδιασθεισών εξοντωτικών διώξεων, εις ποίαν Ιεροκανονικήν βάσιν και εις ποίαν Νομικήν αρχήν εδράζονται αι παλαιαί, αλλά και αι πρόσφατοι αποφάσεις σας και  κατά ποίον τρόπον αύται θεραπεύουν την πυορροούσαν πληγήν, την διαπιστουμένην, καθημερινώς, υπό πάντων, ακόμη και υπό των ιδίων των συντελεστών της εκτροπής.

Το δημοσιευθέν ανακοινωθέν σας, λακωνικόν,αλλά και ανέρειστον, έχει ως εξής
α) Το επιτίμιον αίρεται από της σήμερον (ex nunc) και όχι αναδρομικώς.
β) Δεν θίγονται οι έως σήμερα επελθούσες έννομες συνέπειες.
γ) Ο Σεβασμιώτατος Μητροπολίτης (πρόκειται περί εμού) θα αναγνωρίσει το διαμορφωθέν και υφιστάμενον νομοκανονικό καθεστώς των τεσσάρων Ιερών Μητροπόλεων, δηλαδή, Μεγάρων και Σαλαμίνος, Μεσογαίας και Λαυρεωτικής, Κηφισίας, Αμαρουσίου και Ωρωπού και Ιλίου Αχαρνών και Πετρουπόλεως.
Σύρων επί ολόκληρον τριακονταεπταετίαν τας απροσδοκήτους συνεπείας μιας αλογίστου καταστρατηγήσεως των Ιερών Κανόνων, των διεπόντων, εν σοφία και διακρίσει, τα της διοικήσεως της αγιωτάτης Εκκλησίας μας και ενός δριμυτάτου διωγμού, σας πληροφορώ, ότι ουδόλως εξεπλάγην από την νέαν καταιγίδα της αδελφικής (!!!) εμπαθείας. Τούτο, όμως, δεν με σύρει εις απέλπιδα σιωπηλήν αναμονήν της πραγματώσεως των σκοτεινών σχεδιασμών σας. Αντιθέτως, με διεγείρει εις διατύπωσιν και urbi et orbi διακήρυξιν προσθέτου αντιλόγου και εις υπογράμμισιν σταθερών Ιεροκανονικών και Νομικών δεσμεύσεων, αι οποίαι υψούνται ως ακατάλυτα αναχώματα εις την οιανδήποτε ευρηματικήν, αλλ  οὐχί δόκιμον και «κατά Θεόν» μεθόδευσίν σας.


Α 


Αι προθέσεις-ουχί της Συνοδικής Ολομελείας-αλλά της κυριάρχου ολιγαρχίας-ως απεδείχθη εκ των διαφυγόντων μυστικών σχεδιασμών, δεν ήσαν και δεν είναι η άρσις του αμαρτωλού επιτιμίου της ακοινωνησίας και η επάνοδος του Συνοδικού Σώματος εις την χαρισματικήν λειτουργίαν Του, αλλ  ἡ δημιουργία κλίματος και συνθηκών, αι οποίαι θα απέκλειον οριστικώς την ιδικήν μου επάνοδον εις τα καθήκοντά μου, με την έμμονον προσδοκίαν, ότι η τοιαύτη εξέλιξις θα έκλεινεν οριστικώς τον φάκελλον των αυθαιρεσιών και των σκανδάλων της τριακονταεπταετίας.
Η πρώτη μου ένστασις-αδελφοί και, μη αδελφικώς διακείμενοι, Σύνεδροι της Ιεραρχίας της 12ης Μαΐου 2010-συνοψίζεται εις ένα επίμονον ερωτηματικόν. Διατί, εφ  ὅσον απεφασίσατε να ασχοληθήτε με το «επιτίμιον της ακοινωνησίας», με διάθεσιν απαλείψεώς του η με οραματισμόν επιμηκύνσεώς του, δεν με εκαλέσατε να παρακολουθήσω την διαλεκτικήν των Θεολογικών και των Ιεροκανονικών επιχειρημάτων σας και να   ακούσετε και σεις, ως δικασταί και ως κριταί,  τας ιδικάς μου απόψεις η και τας ενδεχομένας ενστάσεις μου επί των ασυμφώνων προς τους Ιερούς Κανόνας περαιτέρω ενεργειών σας; Η Σύναξις αυτή τι ήτο; Δικαστήριον η Βουλευτήριον; Εάν ελειτούργησεν ως Δικαστήριον, είχετε την δεσμευτικήν υποχρέωσιν, να με καλέσετε και να με ακούσετε. Εάν συνεσκέφθηκε ως το Ανώτατον Βουλευτικόν Σώμα της Εκκλησίας της Ελλάδος, υποχρέωσίς σας ήτο να διαγράψετε, άνευ του παραμικρού δισταγμού το αμαρτωλόν, το αντικανονικόν και παράνομον επιτίμιον και-εν εντιμότητι-να δηλώσητε εις το σκανδαλιζόμενον εκκλησιαστικόν πλήρωμα, ότι η επιβολή του παρεβίασε την Κανονικήν τάξιν.
Επί τριανταεπτά έτη με καταδικάζετε, χωρίς κατηγορίαν, χωρίς να με δικάζετε και χωρίς να με καλείτε δια να ακούσετε ακόμη και ψίθυρον απολογίας εκ μέρους μου. Πλέκετε αλυσίδα ποινών, χωρίς να διασαφηνίζετε την ποιότητα και την βαρύτητα των παραπτωμάτων μου και χωρίς να με καλείτε, υπόλογον και υπόδικον, δια να παράσχω εις σας, τους δικαστάς μου, στοιχειώδεις εξηγήσεις και να αποσείσω-εάν έχω πειστικά επιχειρήματα-τας κατ  ἐμοῦ μη συγκεκριμενοποιημένας κατηγορίας.
Γνωρίζετε όλοι, ότι κατά το μακρότατον αυτό χρονικόν διάστημα, ουδέποτε εζήτησα παρά τινος εξ υμών εύνοιαν η φιλικήν εκδούλευσιν. Το μόνον, το οποίον εζήτησα και εξακολουθώ να ζητώ, είναι να με δικάσετε.Τιμίως και δικαίως. Εφ  ὅσον, παρακολουθούντες την αναστροφήν μου και την διακονίαν μου, με θεωρείτε, ότι, εις ο,τιδήποτε, έσφαλα, καλέσατέ με εις το Συνοδικόν Δικαστήριον και, ακολουθούντες την Ιεροκανονικήν Δικονομίαν κρίνατέ με και καταδικάσατέ με. Μην επιμένετε να επιβάλλετε ποινάς, χωρίς δίκην, διότι αύται αποβαίνουν επιβαρυντικαί δια την ιδικήν σας αρχιερατικήν υπόληψιν. Το σημερινόν Σώμα της Εκκλησίας,αλλά και το αυριανόν και η ιστορία, η οποία δεν ευνοεί την πλάνην η την δολίαν σκοπιμότητα, θα σχολιάζουν δυσμενώς την πρακτικήν σας και θα στιγματίζουν το ιστορικόν προφίλ σας.
Ήτο άραγε τόσον δύσκολον η τόσον ασύμβατον με την αρχιερατικήν αξιοπρέπειάν σας, να ακούσετε-εστω και κατ  ὀλίγον-την απολογίαν η και τον στεναγμόν ενός αδελφού σας; Είσθε τόσον πεπεισμένοι, ότι δικαιούσθε να καταδικάζετε, χωρίς να δικάζετε; Να απομακρύνετε βιαίως, με μόνην την διαταγήν σας, τον συνεπίσκοπόν σας από τον θρόνον της διακονίας του και της ευθύνης του και να προωθήτε τους φίλους σας και τους ευνοουμένους σας;


Β


Η δευτέρα ένστασίς μου: Ο πρόεδρος του Σώματος της Ιεραρχίας Μακαριώτατος κ. Ιερώνυμος, ανέθεσεν, δι  ἁπλῆς ανακοινώσεως και ουχί δια Συνοδικής αποφάσεως, εις τον Μητροπολίτην Ζακύνθου Χρυσόστομον, την αρμοδιότητα και την ευθύνην της εισηγήσεως ενώπιον του Σώματος της Ιεραρχίας, επί της κατατεθείσης ενυπογράφου προτάσεως τριακοντατριών Συνοδικών Αρχιερέων, περί της «άρσεως του επιβληθέντος επιτιμίου ακοινωνησίας εις τον Μητροπολίτην Νικόδημον Γκατζιρούλην».
Ενώπιον πάντων υμών καταγγέλλω, ότι η πρωτοβουλία αύτη του Μακαριωτάτου Προέδρου ενέχει δόλον και είναι απαράδεκτος. Γνωστόν τοις πάσι και τω Μακαριωτάτω Ιερωνύμω, ότι ο Μητροπολίτης Χρυσόστομος είναι ο πρόξενος του, δια του μεθοδευμένου «επιτιμίου», πραξικοπήματος, το οποίον εσχεδιάσθη και επεχειρήθη κατά το έτος 1994, εις περίοδον ασθενείας του τότε Αρχιεπισκόπου Σεραφείμ και εισαγωγής του εις Νοσοκομείον. Εκμεταλλευόμενος την περιπέτειαν του Αρχιεπισκόπου, ο τότε τιτουλάριος Μητροπολίτης Δωδώνης Χρυσόστομος, ενεφανίσθη εις την πολιτικήν ηγεσίαν ως φορεύς των επιθυμιών και των σχεδιασμών του ασθενούντος Προκαθημένου, ηγωνίσθη δε και επέτυχε την έκδοσιν Προεδρικών διαταγμάτων, ακυρούντων τα, προ εικοσιπενταετίας όλης, νομίμως εκδοθέντα, διατάγματα, τα οποία, ανεγνώριζον και εγκαθίστων ημάς, τους τρεις Μητροπολίτας, εις τας κληρωθείσας εις ημάς Ιεράς Μητροπόλεις. Ο δεύτερος στόχος του, μετά την επιτυχίαν του πρώτου, ήτο η υφαρπαγή υπ  αὐτοῦ της Μητροπόλεως Αττικής. Και ο τρίτος, ο από καρδίας ποθητός, ήτο η από της Μητροπόλεως Αττικής εφόρμησις και κατάκτησις του επιζήλου θρόνου του Αθηνών και πάσης Ελλάδος. 
Όλοι γνωρίζετε, οι παλαιοί εξ υμών ως αντιμέτωποι και χειρισταί της εκδηλωθείσης τότε κρίσεως και οι νεώτεροι, ως εξ αποστάσεως παρακολουθήσαντες τα γεγονότα, ότι κατά τας τραγικάς εκείνας στιγμάς η Ιεραρχία παρουσιάσθηκε ως εν αλληλοσπαρασσόμενον σώμα και το κύρος της  Εκκλησίας της Ελλάδος κατήλθεν εις το ναδίρ.
 Όχι ολίγοι εκ των Μητροπολιτών της περιόδου εκείνης, μεταξύ των οποίων ο μακαριστός Αρχιεπίσκοπος Χριστόδουλος και ο σημερινός Αρχιεπίσκοπος Ιερώνυμος, δι  ὑπομνημάτων των προς τον Αρχιεπίσκοπον Σεραφείμ και προς την υπεύθυνον πολιτικήν ηγεσίαν εστιγμάτισαν την εξόρμησιν και την προέλασιν του Δωδώνης προς τον θρόνον της Αττικής και τον αποκαλυφθέντα οραματισμόν του, δια περαιτέρω προαγωγήν και κατάληψιν της πρωτοθρόνου υπευθυνότητος. Προσπερνών τας πολλάς, ενυπογράφους διαμαρτυρίας των αρμοδίων εκκλησιαστικών παραγόντων, αι οποίαι προεβλήθησαν τότε από  την πολιτικήν και από την εκκλησιαστικήν δημοσιογραφίαν, θα επαναφέρω εις την κρίσιν και εκτίμησιν υμών δύο μόνον αποσπάσματα από επίσημα έγγραφα διαμαρτυρίας του τότε Μητροπολίτου Θηβών και Λεβαδείας και σημερινού Αρχιεπισκόπου Ιερωνύμου.
Εις τας 15-4-1994, ο Θηβών Ιερώνυμος έγραφε, μεταξύ άλλων, εις τον τότε πρόεδρον της Δημοκρατίας Κωνσταντίνον Καραμανλήν.
«...Η υπογραφή τοιούτου διατάγματος (περί της καταδίκης των τριών) μη ερειδομένη εις τοιαύτην απόφασιν της Ιεραρχίας, στερείται κανονικής υποδομής, νομιμότητας και ηθικής και θα περιπλέξει ακόμη περισσότερον τα Εκκλησιαστικά πράγματα προς πολύπλευρον ασφαλώς ζημίαν της Πατρίδος.
Τυχόν εμμονή σας εις άγνοιαν και περιφρόνησιν του σώματος της Ιεραρχίας σημαίνει νέας μορφής πραξικόπημα εις τον χώρον της Εκκλησίας και αναβιώνει οδυνηρές και ανεπιθύμητες ημέρες».
Εις επιστολήν του δε προς όλους τους Μητροπολίτας της Εκκλησίας της Ελλάδος, μεταξύ άλλων, τονίζει: «... Οι Συνοδικοί Αρχιερείς, που επέβαλαν το επιτίμιο της ακοινωνησίας στους τρεις Μητροπολίτες, πρέπει να αναρρωτηθούν εάν η ενέργειά τους αυτή χρησιμοποιήθηκε και έγινε εφαλτήριο για την πραξικοπηματική έκδοση των Προεδρικών Διαταγμάτων. Αν πάλι το επιτίμιο εδόθη ως ποινή και μάλιστα ως εσχάτη για κληρικούς, ποιός Κανόνας η νόμος η συνείδηση θα συγχωρήσει επιβολή ποινής χωρίς καθορισμένες στην εκκλησιαστική πράξη κανονικές διαδικασίες;».
Η σύσσωμος και ομόφωνος αντίδρασις παρεμπόδισε, τότε, την αρπαγήν της Μητροπόλεως Αττικής από τον Δωδώνης Χρυσόστομον. Άλλη, όμως, υπόγειος, διεργασία έφερεν εις την Αττικήν τον από Ζακύνθου  Παντελεήμονα Μπεζενίτην και ενεθρόνισεν εις την Ζάκυνθον τον Δωδώνης Χρυσόστομον.   
Μετά παρέλευσιν δεκαέξ ολοκλήρων ετών ο Αρχιεπίσκοπος Ιερώνυμος, λησμονών τας τότε αντιδράσεις του, εκάλεσε τον πρωταγωνιστήν της ανωμαλίας εκείνης, τον συνωμοτήσαντα κατ  ἐμοῦ δια να επιτύχη την διαρπαγήν της Μητροπόλεως Αττικής, να αποφανθή από καθέδρας εντεταλμένου εισηγητού, ενώπιον της Ολομελείας της Σεπτής Ιεραρχίας, εάν πρέπει η εάν δεν πρέπει να αρθή και ποίω τρόπω να αρθή απ  ἐμοῦ το επιτίμιον της ακοινωνησίας. Η πρωτοβουλία αυτή του Μακαριωτάτου είναι εξ ολοκλήρου άστοχος και κακόβουλος και προδίδει δόλον και υπόγειον συνεργασίαν μετά του καταδήλως ενόχου, δι  ὁριστικήν εξόντωσιν εμού.
Εις την Ιεράν Σύνοδον της Ιεραρχίας μετέχετε ογδοήκοντα Μητροπολίται, υπεύθυνοι, άπαντες, δια κάθε προγραμματισμόν και δια κάθε ενέργειαν εν τω διοικητικώ Κέντρω η εν ταις επαρχίαις αναπτυσσομένην. Δεν θα ημπορούσε ο Μακαριώτατος, σεβόμενος το λειτούργημά του και διατηρών ακηλίδωτον την υπόληψίν του, να αναζητήση τον πλέον δόκιμον και τον πλέον ανεπίληπτον, δια να του αναθέση την εισήγησιν; Διατί περιεφρόνησεν ογδοήκοντα αδελφούς του και προσεκολλήθη εις τον ένα, τον ιδικόν του φίλον και ομότροπον, ο οποίος, εξ αιτίας του ιστορικού του παρελθόντος, δεν εδικαιούτο να ανέλθη εις το βήμα και να εκφέρη γνώμην και πρότασιν;     


Γ


Η παρουσιασθείσα ενώπιον της Συνελεύσεως της Ιεραρχίας εισήγησις του πραξικοπηματία του 1994, ως σας είναι γνωστόν, ετέθη εις ψηφοφορίαν υπό του Προέδρου, Αρχιεπισκόπου Ιερωνύμου. Και, τυχούσα εγκρίσεως υπό της πλειοψηφίας του Σώματος (ελευθέρως η κατόπιν μυστικής διαφωτίσεως!!!), εδημοσιεύθη εις τον τύπον. Επαγγέλλεται, ότι ανακαλείται το «επιτίμιον της ακοινωνησίας», το επιβληθέν εις εμέ προ δεκαεπτά ολοκλήρων ετών, εφόσον και όταν εγώ δηλώσω, ότι αποδέχομαι πλήρως  την κατάστασιν την οποίαν, οι παλαιότεροι Συνοδικοί, αλλά και σεις εσχάτως, εν βιαία εξάψει και αλογίστω παραβιάσει των Ιερών Κανόνων και εν προκλητική καταφρονήσει των Καταστατικών Διατάξεων, των ρυθμιζουσών το Νομικόν πλαίσιον διοικήσεως της Εκκλησίας της Ελλάδος, εδημιουργήσατε εις την Ιεράν Μητρόπολιν Αττικής και Μεγαρίδος. Η ιδιότυπος διατύπωσις της αποφάσεώς σας, προδίδει την σκοπιμότητα, να εκμαιεύσετε εξ εμού αυτό το οποίον ομολογείτε, επί τέλους, ότι ως εκ των Ιερών Κανόνων το έχετε ανάγκην,  ήτοι την αναγνώρισιν και την αποδοχήν όλων των αντικανονικών και παρανόμων διεργασιών και ρυθμίσεων, τας οποίας επινοήσατε και εδρομολογήσατε κατά την μακράν ταύτην περίοδον, να με αναγκάσετε, δηλονότι, υποκύπτων, να αποδεχθώ το φορτίον της ενοχής, το οποίον υποσημαίνετε με την χρήσιν του χαρακτηρισμού «επιτίμιον» και, επιπροσθέτως, να επιτύχετε την οριστικήν απόρριψίν μου εις τον κάλαθον των αχρήστων. 
Σας ερωτώ αδελφικώς. Και σας παρακαλώ να ενημερώσετε, τόσον εμέ, ο οποίος υφίσταμαι επί δεκαεπτά έτη τας συνεπείας της, εν σκοπίμω παραχαράξει των Ιερών Κανόνων και των θεσμίων της Εκκλησίας μας, επιβολής ανυπάρκτου ποινής,  όσον και το εκκλησιαστικόν πλήρωμα, το οποίον συνεχώς διεγείρεται, επαναστατεί και σας καταλογίζει ευθύνας:
Είναι το «επιτίμιον της ακοινωνησίας» ποινή, ισοδύναμος με τας ποινάς της «εκπτώσεως από του Μητροπολιτικού θρόνου» η της «καθαιρέσεως», αι οποίαι επιβάλλονται κατόπιν πλήρους και τελείας δίκης, ώστε να απομακρύνεται ο καταδικασθείς και να θεωρήται πλέον κενή η Μητροπολιτική του έδρα; Υπάρχει Ιερός Κανών, ο οποίος να επιβάλλη την αποπομπήν Μητροπολίτου, η να παρέχη εις την Συνοδικήν διοίκησιν την ευχέρειαν εκλογής και καταστάσεως άλλου Μητροπολίτου εις την δι  «επιτιμίου» κενωθείσαν Ιεράν Μητρόπολιν;
Διακατέχεσθε από τόσην στέρησιν θεολογικής και εκκλησιολογικής παιδείας η από τόσον πάθος, ώστε να πρωτοτυπήτε, διολισθαίνοντες  εις τοιαύτην και τοσαύτην εκτροπήν, εκτιμώντες την προσωρινήν διακοπήν λειτουργικής κοινωνίας των Επισκόπων, εις περίπτωσιν κατά την οποίαν τους αποστασιοποιεί η οιαδήποτε διοικητική ένστασις, ως οριστικήν παύσιν του Μητροπολίτου;
Αδελφοί μου, ποίαν μαρτυρίαν συνειδήσεως και ποίον χρέος πιστότητος αποθέτετε εις το Πανάγιον Θυσιαστήριον, όταν προσφέρετε την Αναίμακτον Θυσίαν; Την επικίνδυνον αμάθειαν; Το κομβοσχοίνιον των αντικανονικοτήτων και των παρανομιών; Την φόρτισιν της εμπαθείας και της εχθρότητος; Τα πλέγματα της σκοτεινής διαπλοκής; Την ικανότητα αναρριχητικής επιδόσεως και προσέγγίσεως των υψηλών αξιωμάτων; Η παρουσία, όλων μας, ενώπιον του φρικτού Θυσιαστηρίου είναι προσφορά και, συνάμα, απόδοσις λόγου. Δεν καταξιώνεται η διαπλοκή. Δεν εγγράφεται, εν τιμή, η παραβίασις της Κανονικής Τάξεως. 
Φυλλομετρήσετε, παρακαλώ, την δισχιλιετή εκκλησιατικήν ιστορίαν μας. Και ομολογήσετε, ευθαρσώς, εάν κατωρθώσατε να εύρητε έστω και μίαν μόνην περίπτωσιν, τοιούτου άθλου, ως ο υπό του Δωδώνης Χρυσοστόμου επινοηθείς και επιδιωχθείς. Εάν συναντήσατε Σύνοδον, η οποία, με μόνην την πρόσκαιρον διακοπήν της επισκοπικής κοινωνίας, εξώρισε τον Κανονικόν Μητροπολίτην από την θέσιν του και εγκατέστησεν εις αυτήν άλλον η (το χειρότερον), άλλους.
Πρόσφατον, κραυγαλέον παράδειγμα, το οποίον ελέγχει, ως ξένην προς την Ιεροκανονικήν Τάξιν και ανατρέπει, ως όλως ασύμβατον προς την μακραίωνα Εκκλησιαστικήν Παράδοσιν, την Υμετέραν τόλμην να μεταλλάξετε και να μετονομάσετε την πρόσκαιρον αναστολήν της λειτουργικής κοινωνίας εις βαρυτάτην ποινήν,  είναι η επιβολή της «ακοινωνησίας» εις τον μακαριστόν Αρχιεπίσκοπον Χριστόδουλον, από τον Πατριάρχην Βαρθολομαίον. Δεν ανοίγω τον φάκελλον της ευθύνης, η οποία εδρομολόγησε την πρόσκαιρον εκείνην διακοπήν των σχέσεων των δύο ηγετικών στελεχών της Εκκλησίας μας. Μένω, όμως, εις το ατυχές γεγονός και εις τας συνεπείας του, υπενθυμίζων εις Υμάς και υπογραμμίζων μετ  ἐμφάσεως, ότι ο Αρχιεπίσκοπος Χριστόδουλος ουδόλως εθίγη εις την άσκησιν των καθηκόντων του. Συνέχισεν ακωλύτως την διακονίαν του και προήδρευσεν ακόμη και Συνόδου Ιεραρχίας, χωρίς να προβληθή εξ Υμών η εκ του Πατριαρχικού θρόνου η παραμικρά ένστασις.
Σεις κραυγάζετε, ότι ο Νικόδημος είναι ακοινώνητος. Και, με την κραυγήν σας αυτήν, επεμβαίνετε δυναστικώς εις την καταταλαιπωρηθείσαν Ιεράν Μητρόπολιν Αττικής και Μεγαρίδος και επιχειρείτε αλλαγάς, δια τας οποίας δεν σας εξουσιοδοτούν οι Ιεροί Κανόνες. Και όχι μόνον εξαφανίζετε από τον χάρτην την Ιεράν Μητρόπολιν Αττικής και Μεγαρίδος, αλλά διακομίζετε και ανθρώπινον υλικόν, νοσταλγούν την αρχιερατικήν δόξαν, δια να πληρώσετε τους δημιουργηθέντας εξ υμών κενούς λάκκους.
Και μετά από όλας αυτάς τας αντικανονικάς περεμβάσεις σας (θα μου επιτρέψετε να το καταθέσω με παρρησίαν) ευρίσκετε το θάρρος να απαιτήτε από εμέ, να αποδεχθώ τα πεπραγμένα σας, να αναγνωρίσω, ως πράξεις ευθυγραμμισμένας με τας προδιαγραφάς των Ιερών Κανόνων, τας απαραδέκτους αυθαιρεσίας σας, ώστε να αποδειχθώ υπάκουος εις τας εντολάς σας και να εξασφαλίσω τι; Την άρσιν του ανυπάρκτου και πλαστού επιτιμίου. Και σεις να αποσείσετε το βάρος της ενοχής και να μειώσετε τον θόρυβον της κατακραυγής, δια της πλασματικής αρχειοθετήσεως του βαρύτατου φακέλλου της αντικανονικότητος και της παρανομίας. 
Εάν είχατε πραγματικήν αφορμήν προβληματισμού εναντίον μου και εάν διεκρίνατε εις την επισκοπικήν μου διακονίαν παραβιάσεις των Ιερών Κανόνων η συμπεριφοράς, αι οποίαι εκθέτουν την επισκοπικήν αξίαν, θα ημπορούσατε να διακόψετε «προς καιρόν» την επικοινωνίαν μαζί μου, αλλά, αμέσως μετά, είχατε την υποχρέωσιν να καταθέσετε εις την Ιεράν Σύνοδον εμπεριστατωμένην καταγγελίαν εναντίον μου και να με παραπέμψετε εις Κανονικόν Συνοδικόν Δικαστήριον.
Διατί, επί τόσα έτη, δεν με εδικάσατε, άγιοι αδελφοί; Διατί δεν εμεθοδεύσατε ανακρίσεις; Διατί δεν με εκαλέσατε να απολογηθώ; Διατί δεν ενθρονισθήκατε εις τας καθέδρας των δικαστών, δια να κρίνετε τας πράξεις μου, να προσμετρήσετε τας ενοχάς μου και να μου απαγγείλετε-άνευ της ελαχίστης προσωποληψίας-την δικαίαν ετυμηγορίαν σας;
Επί τριανταεπτά έτη με καταδικάζετε, χωρίς να με δικάζετε. Μου κλέπτετε τας δικαιοδοσίας, τας οποίας μου απονέμουν οι Ιεροί Κανόνες και δεν αισθάνεσθε την υποχρέωσιν να αιτιολογήσετε την αυθαιρεσίαν σας. Συνοδεύετε το όνομά μου με την περιφρονητικήν ένδειξιν, «ακοινώνητος» και δίδετε την εντύπωσιν, ότι με την υποτίμησιν αυτήν επιδιώκετε την αναβάθμισιν του ιδικού σας κύρους.
Το Συνοδικόν σας χρέος είναι μονόδρομος. Η θα με δικάσετε, εντίμως και Κανονικώς, η θα σταματήσετε να στηρίζεσθε εις την ράβδον του ανυπάρκτου επιτιμίου της ακοινωνησίας, δια να εξοντώσετε τον αδελφόν και συλλειτουργόν σας.


Δ


Έρχομαι εις το δεύτερον σκέλος της απαιτήσεώς σας. Δηλώνετε, ότι θα άρετε το σκιώδες και ανύπαρκτον και αναποτελεσματικόν επιτίμιον της ακοινωνησίας, εάν αναγνωρίσω το «διαμορφωθέν και υφιστάμενον, κατά την παρούσαν στιγμήν, νομοκανονικόν καθεστώς των τεσσάρων Ιερών Μητροπόλεων, δηλαδή, Μεγάρων και Σαλαμίνος, Μεσογαίας και Λαυρεωτικής, Κηφισίας, Ωρωπού και Αμαρουσίου και Ιλίου, Αχαρνών και Πετρουπόλεως».
Ως αμέσως ενδιαφερόμενος, έχω το δικαίωμα να ζητήσω να μου υποδείξετε, εις ποίους Ιερούς Κανόνας και εις ποίας Καταστατικάς διατάξεις εστηρίχθη το καλούμενον υφ  Ὑμῶν «νομοκανονικόν καθεστώς». Η, άνευ της αδείας του κανονικώς κατασταθέντος ποιμένος, κατάτμησις και σαλαμοποίησις της Ιεράς Μητροπόλεως Αττικής και Μεγαρίδος. Και η εγκατάστασις εν τοις τιμαρίοις ενός νέου λόχου μιτροφόρων. Το εάν πρέπει, εκ του λόγου της αυξήσεως του πληθυσμού της, να κατατμηθή, είναι θέμα μελέτης και κρίσεως εκ μέρους εκείνων, οι οποίοι νομιμοποιούνται από τους «εν θέματι» Ιερούς Κανόνας και από τας σχετικάς διατάξεις του Καταστατικού Χάρτου της Εκκλησίας της Ελλάδος. Όχι δε μόνον η αρμοδιότης, αλλά και η διαδικασία της πιθανής κατατμήσεως, είναι καθορισμένη και δεσμευτική. Και την Ιεροκανονικήν αυτήν διαδικασίαν την σέβεται και την επιβάλλει και ο Καταστατικός Χάρτης της Εκκλησίας μας.
Σεις αποκαλείτε «νομοκανονικόν καθεστώς» την εξόφθαλμον αντικανονικότητα και παρανομίαν. Και τολμάτε να εκβιάσετε και την ιδικήν μου συνείδησιν, πιέζοντες να προσυπογράψω την κατάφωρον εκτροπήν και την πλαστογραφίαν, ώστε να απαλαγήτε  σεις και όχι εγώ, από το μίασμα του Δωδωνικού πραξικοπήματος. 
Ελπίζω, ότι δεν θα συνεχίσετε να επικαλύπτετε την εκ μέρους των προκατόχων σας παραβίασιν, ήτις εμεθόδευσε και συνώδευσε την δημιουργίαν των τεσσάρων Μητροπόλεων. Αι δύο πρώται εστήθησαν με στηλοβάτας τας Συντακτικάς Πράξεις της Δικτατορίας. Και δια να μη κρημνισθούν, επενοήθη και περιελήφθη ειδική διάταξις εις τας Συντακτικάς Πράξεις, η οποία απέκλειε το δικαίωμα προσφυγής εις το Ανώτατον Διοικητικόν Δικαστήριον της Χώρας, εις το Συμβούλιον της Επικρατείας. Και αυτό, ενώ, παραλλήλως, άλλαι διατάξεις των Συντακτικών Πράξεων έπαυον, άνευ λόγου, άνευ δίκης και άνευ στοιχειώδους διοικητικής διαδικασίας, δώδεκα Μητροπολίτας και άφηναν τας Μητροπόλεις των, βοράν εις τας ακορέστους επιθυμίας των σπουδαρχίδων.
Μετά την μεταπολίτευσιν, ως είναι γνωστόν εις όλους σας, η Πολιτεία απεφάσισε να άρη την απαγόρευσιν προσφυγής εις το Συμβούλιον της Επικρατείας, την οποίαν επέβαλαν αι Συντακτικαί Πράξεις. Και το Ανώτατον Δικαστήριον, με σειράν αποφάσεων του αρμοδίου Τμήματος-περί τας τριάκοντα-εδικαίωσε τους Μητροπολίτας. Βραδύτερον δε, η Ολομέλεια του αυτού Δικαστηρίου, με την απόφασίν της 1028/1993, έκρινεν αμετακλήτως, ότι Νόμιμοι Μητροπολίται δια τας Μητροπόλεις Θεσσαλιώτιδος, Λαρίσης και Αττικής είναι οι Ιεράρχαι, Κωνσταντίνος, Θεολόγος και Νικόδημος.
Όλα αυτά τα γνωρίζετε και δεν σας απομένει ατραπός δι  ἀμφισβήτησιν. 
Παρά την σαφεστάτην αυτήν απόφανσιν του Συμβουλίου της Επικρατείας, ο τότε Αρχιεπίσκοπος Σεραφείμ, υπό την πίεσιν του Δωδώνης Χρυσοστόμου, εμεθόδευσε την σύγκλησιν της Ιεραρχίας, προκειμένου να επιτύχη την εκλογήν του εις την Μητρόπολιν Αττικής. Αλλά οι αντιδρώντες Μητροπολίται και ειδικώς όσοι ωραματίζοντο τον θρόνον των Αθηνών, μεταξύ των οποίων και ο τότε Θηβών κ. Ιερώνυμος, με διαδικασίαν πραξικοπηματικήν, ακόμη και με την χρήσιν πλαστών ψηφοδελτίων, μετέθεσαν εις την Αττικήν τον γνωστόν πλέον ανά την οικουμένην, Μητροπολίτην Ζακύνθου Παντελεήμονα Μπεζενίτην. Ο δε σημερινός Αρχιεπίσκοπος Ιερώνυμος, ενέγραψεν, εις την προσωπικήν του δέλτον της αντικανονικότητος και της παρανομίας, την περαιτέρω κατάτμησίν της.
Εγκαίρως, κατά μήνα Νοέμβριον του 2009, με εκτενές υπόμνημά μου, είχον ενημερώσει τον Αρχιεπίσκοπον και την Διαρκή Ιεράν Σύνοδον, ότι ως Κανονικός και Νόμιμος Μητροπολίτης της Μητροπόλεως Αττικής δεν παραχωρώ την άδειαν κατατμήσεώς της. Εκείνος, έρριψεν εις τον κάλαθον των αχρήστων το υπόμνημά μου. Ηδιαφόρησε δια την άδειαν, την οποίαν, τώρα, ζητεί εναγωνίως, έστω και εξ υστέρων, προσφέρων ως αντάλλαγμα την άρσιν του επιτιμίου(!!!). Και, δια να στήση προ εμού το υψηλόν ανάστημα του αξιώματός του, ηγωνίσθη και εξεμαίευσεν από το αρμόδιον Υπουργείον Θρησκευμάτων, το εκ νέου κομμάτιασμα της ιστορικής Μητροπόλεως.
Μετά από όλην αυτήν την τραγικήν σύγχυσιν και την ασύστολον παραβίασιν των Ιερών Κανόνων, έρχεσθε σεις, οι ορκισθέντες επισήμως πιστήν τήρησιν των Κανόνων των θεσπισθέντων υπό των Οικουμενικών Συνόδων και εκείνων, εκ των Τοπικών Συνόδων, οι οποίοι έτυχον επικυρώσεως υπό Συνόδου Οικουμενικής και διατυπώνετε επισήμως και εις ανακοίνωσιν της Ιεράς Συνόδου της Ιεραρχίας, την απαίτησιν να αποδεχθώ εγώ τα εξ ολοκλήρου ανέρειστα, αμαρτωλά «τετελεσμένα», εάν θέλω να αποσυρθή από την κεφαλήν μου η σκια του «επιτιμίου της ακοινωνησίας».
Με την χρεωστικήν επισκοπικήν μου παρρησίαν διαμαρτύρομαι και φωνάζω, ότι δεν πρόκειται να υποκύψω εις τοιούτους εκβιασμούς. Δεν θα ποδοπατήσω την Ιεροκανονικήν Τάξιν, δια να απολαύσω την αποφόρτισιν από την άλυσιν, της γυμνής βίας. Και επαναλαμβάνω, ότι το μόνον δικαίωμα, που έχετε σεις, οι κρατούντες σήμερον τα σκήπτρα της εκκκλησιαστικής εξουσίας, είναι να με παραπέμψετε εις δίκην. Και δίκην, όχι «μαϊμού». Αλλά έντιμον. Απολύτως ευθυγραμμισμένην με τας προδιαγραφάς των Ιερών Κανόνων. Και, σεβόμενοι τα δικαιώματά μου, να με καλέσετε να απολογηθώ και, εις περίπτωσιν σοβαρού λόγου, να μου επιτρέψετε να ζητήσω την εξαίρεσιν των δικαστών εκείνων, οι οποίοι ευθύνονται δια τον τριακονταεπταετή διωγμόν μου.


Ε


Δεν πρόκειται να θεωρήσω ωλοκληρωμένην την διαμαρτυρίαν μου, εάν δεν προσθέσω, ως επιστέγασμα, την δημοσιοποίησιν περιστατικών, τα οποία, δια λόγους σεβασμού προς το αρχιεπισκοπικόν αξίωμα είχον κρατήσει μυστικά έως της σήμερον.
Μετά τον θάνατον του μακαριστού Αρχιεπισκόπου Χριστοδούλου και προ της αρχιεπισκοπικής εκλογής της 7ης Φεβρουαρίου 2008, ο τότε Μητροπολίτης Θηβών και διεκδικητής του θρόνου των Αθηνών, έστειλεν εις εμέ τον εκπρόσωπόν του αρχιμανδρίτην Αθηναγόραν Δικαιάκον, ως διακομιστήν μηνύματος, ότι ο κ. Ιερώνυμος, τα δύο πρώτα θέματα, τα οποία θα αντιμετώπιζε και θα επέλυε αμέσως μετά την ενδεχομένην ανάρρησίν του εις τον αρχιεπισκοπικόν θρόνον θα ήσαν τα ακόλουθα: Το πρώτον, θα ήτο η αφαίρεσις από την φήμην του, που ψάλλεται εις τας Ιεροτελεστίας, της ενδείξεως «και πάσης Ελλάδος». Και,  το δεύτερον, η παύσις της ιδικής μου, μακροχρονίου περιπετείας και της παραλλήλου περιπετείας της Μητροπόλεως Αττικής. Και δι  αὐτό, το δεύτερον, εζήτησεν από εμέ να του αποστείλω σημείωμα με τας σκέψεις μου και με τας προτάσεις μου. Εις το αίτημά του αυτό ανταπεκρίθην. Εις μίαν και μόνην σελίδα του εσημείωσα την νομικήν όψιν του προβλήματος και την οδόν προς επίλυσίν του.
Και μετά την ενθρόνισίν του εις τον θρόνον των Αθηνών, συνέπεσε να συναντηθώμεν εις Ναόν των Αθηνών. Και μου είπεν, ότι θέλει να συζητήσωμεν το θέμα. Του απήντησα, ότι είμαι πρόθυμος, ακόμη και το ίδιον απόγευμα, να συζητήσω μαζί του. 'Η απάντησίς του ήτο, ότι δεν είχε τότε διαθέσιμον χρόνον, αλλά θα μου έστελνε μήνυμα με τον ίδιον αρχιμανδρίτην. Περιττόν να προσθέσω, ότι το μήνυμα αυτό δεν έφθασεν έως σήμερον. Έφθασεν, όμως, η κατάστασις των δολοπλοκιών και των εκβιασμών του Μακαριωτάτου.
Εκ μέρους του με επεσκέφθη, μετά τινα χρόνον, ο αρχιμανδρίτης μεσολαβητής και μου επρότεινεν, ως σχεδιασμόν του Μακαριωτάτου, αλλά και ως έκφρασιν ιδικής του επιθυμίας, να υποβάλω την παραίτησίν μου από την Μητρόπολιν Αττικής, υποδεικνύων, ταυτοχρόνως, ως διάδοχόν μου εκείνον, τον πρόθυμον μεσολαβητήν. Να αποδεχθώ, δηλαδή, την διαδικασίαν, την οποίαν εμεθόδευσε, παλαιότερον, ο τότε αρχιμανδρίτης κ.Ιερώνυμος Λιάπης, προκειμένου να ωθήση εις παραίτησιν τον μακαριστόν Μητροπολίτην Θηβών Νικόδημον και να καταλάβη τον θρόνον του.
Εξεπλάγην. Δεν ανέμενον τοιούτον θράσος. Περιορίσθην εις την ενημέρωσίν του, ότι δεν έχω τοιούτον δικαίωμα. Οι Ιεροί Κανόνες δεν επιτρέπουν εις τον Μητροπολίτην να υποδεικνύη και να επιβάλλη τον διάδοχόν του. Η ανάδειξις του νέου Μητροπολίτου είναι αποκλειστικόν δικαίωμα και ευθύνη της Ιεράς Συνόδου της Ιεραρχίας. Ησθάνθην, όμως, βαρύτατον πόνον, προσμετρών το περιεχόμενον και την ποιότητα της αγωγής, την οποίαν προσφέρει ένας Αρχιεπίσκοπος εις νέον λειτουργόν της Εκκλησίας, προοριζόμενον δια το αξίωμα και την ευθύνην του Μητροπολίτου.


ΣΤ  


Μετά από όλην αυτήν την ιστόρησιν, των ασυμβάτων προς το παραχωρηθέν εις όλους ημάς χάρισμα της Αρχιερωσύνης, μελανών διεργασιών, θα ήθελα να απευθύνω δύο μόνον λέξεις εις τον Αρχιεπίσκοπον Ιερώνυμον. 
Αδελφέ, Μακαριώτατε, τόλμησε, σε παρακαλώ, μίαν αυτοκριτικήν και μίαν διερεύνησιν, κατά πόσον αυτά τα τεχνάσματα και αυταί αι δολοπλοκίαι αντέχουν να σταθούν εις παράλληλον στήλην, εγγράφουσαν τους βίους, τας διδαχάς και την όλην δραστηριότητα των αγίων Αποστόλων μας και των Θεοφόρων Πατέρων μας. Εάν ημπορούν να κριθούν και να εκτιμηθούν, ως ευσυνείδητος ανταπόκρισις εις τους όρκους μας, ως ολοκάρδιος ευθυγράμμισις προς τα Αποστολικά υποδείγματα και τας Αποστολικάς προδιαγραφάς και ως πιστή τήρησις των Ιερών Κανόνων, τους οποίους εθέσπισαν οι Πατέρες μας, εν Αγίω Πνεύματι και εν Οικουμενικαίς Συνόδοις.
Εάν, παρ  ἐλπίδα, την τακτικήν αυτήν την εκλαμβάνης ως Αποστολικήν και Πατερικήν, υπηρέτησέ την και συνέχισέ την. Εάν, «συμμαρτυρούσης της συνειδήσεώς σου» και «μεταξύ αλλήλων των λογισμών σου κατηγορούντων η και απολογουμένων», διαπιστώνης, ότι μακράν απέχουν οι σχεδιασμοί σου και αι πρακτικαί σου από του θελήματος του Αρχιποίμενος Ιησού Χριστού, του Κυρίου μας και από την καταξιωμένην Πατερικήν Παράδοσιν, απόθεσε επί του Ιερού Θυσιαστηρίου την μετάνοιάν σου και την υπόσχεσίν σου, ότι θα επαναφέρης την σύγχρονον διοικητικήν πρακτικήν της Εκκλησίας μας εις την τροχιάν των Αγίων Αποστόλων μας και των Αγίων Πατέρων μας.
Ελάχιστος εν Χριστώ αδελφός
+O Aττικής Νικόδημος

  amen

Δεν υπάρχουν σχόλια: