Κυριακή, 30 Μαΐου 2010

Μοναχός Μωυσής, Αγιορείτης, Ο νέος χιλανδαρινός ηγούμενος

Γράφει ο μοναχός Μωυσής, αγιορείτης

Την Κυριακή 16 Μαΐου 2010 πραγματοποιήθηκε κατά την αρχαία αγιορείτικη τάξη η ενθρόνιση του νέου ηγουμένου της ιεράς μονής Χιλανδαρίου Αγίου Όρους, αρχιμανδρίτη Μεθοδίου. Η μονή αυτή ιδρύθηκε τον 13ο αιώνα από τους αγίους Συμεών και Σάββα (πατέρας και υιός) του ηγεμονικού οίκου των Σέρβων Νεμάνια.

Μετά την κοίμηση, προ διμήνου, του ηγουμένου Μωυσέως, η αδελφότητα συνήλθε, βάσει του εσωτερικού κανονισμού της και του καταστατικού χάρτη του Αγίου Όρους, κατά καθορισμένη ημερομηνία, και εξέλεξε κατά πλειοψηφία τον νέο ηγούμενό της.

Την Ιεροκοινοτική Επιτροπή αποτελούσαν οι αντιπρόσωποι των μονών Μ. Λαύρας ιερομ. Νικόδημος, Βατοπεδίου Γ. Βαρνάβας, Ζωγράφου Γ. Ευθύμιος, Εσφιγμένου ιερομ. Γαβριήλ και Κωνσταμονίτου Γ. Εφραίμ. Παρέστησαν οι αρχιμανδρίτες ηγούμενοι των μονών Βατοπεδίου Εφραίμ, Παντοκράτορος Γαβριήλ, Ζωγράφου Αμβρόσιος, Φιλοθέου Νικόδημος, Σταυρονικήτα Τύχων, Ξενοφώντος Αλέξιος, Εσφιγμένου Χρυσόστομος, Στουντένιτσα Σερβίας Τύχων ως εκπρόσωπος του πατριάρχη των Σέρβων Ειρηναίου, Κορώνης Μεθόδιος και Τ. Προδρόμου Βεροίας Πορφύριος. Παρευρέθησαν επίσης ο νέος πολιτικός διοικητής του Αγίου Όρους Α. Κασμίρογλου, ο εν Θεσσαλονίκη πρόξενος της Σερβίας, εκπρόσωποι και άλλων μονών και σκητών και πολλοί προσκυνητές από την Ελλάδα και τη Σερβία.

Κατά την τάξη, την ηγουμενική ράβδο παρέδωσε στον νέο ηγούμενο ο αντιπρόσωπος της ιεράς μονής Μεγίστης Λαύρας, ο οποίος τον προσφώνησε κατάλληλα. Τον ενθρονιστήριο λόγο του εκφώνησε ο ηγούμενος Μεθόδιος με σεμνότητα, με ωραίο περιεχόμενο και καλά ελληνικά, και αναφέρθηκε στην ιστορία της μονής, στους προκατόχους του, στις μακραίωνες και αγαθές σχέσεις Αγίου Όρους και Σερβίας διά της μονής Χιλανδαρίου, η οποία αποτελεί πνευματικό και πολιτιστικό λίκνο της ομόδοξης και φιλοαθωνίτιδος Σερβίας.

Τη θεία λειτουργία, με το πολυιερατικό συλλείτουργο και τις ωραίες ψαλμωδίες στα ελληνικά και σερβικά, ακολούθησε πλούσια τράπεζα για όλους. Κατά το τέλος του γεύματος τον ενθρονισθέντα ηγούμενο προσφώνησαν με σύντομες προσλαλιές ο ηγούμενος της μονής Βατοπεδίου και ο πολιτικός διοικητής. Στο τέλος ευχαρίστησε όλους ο νέος ηγούμενος και ζήτησε τις προσευχές όλων προς ενίσχυση του έργου του.

Ο νεοενθρονισθείς ηγούμενος αρχιμανδρίτης Μεθόδιος Χιλανδαρινός προέρχεται από ευσεβή οικογένεια της Σερβίας. Αρκετά νέος ήρθε να μονάσει στο Άγιον Όρος. Είναι σεμνός, συνετός, προσηνής, ευγενής και συμπαθής. Τη μονή στελεχώνουν τα τελευταία έτη αρκετοί φιλόθεοι, φίλεργοι και φιλότιμοι νέοι μοναχοί προερχόμενοι όλοι από τη Σερβία. Μαζί με τους παλαιότερους έμπειρους μοναχούς θα συνδράμουν ασφαλώς στο όλο έργο του νέου καλοκαγάθου ηγουμένου τους. Το μεγαλύτερο πρόβλημα της μονής σήμερα είναι η αποκατάσταση των σοβαρών ζημιών που υπέστη από την προ δεκαετίας μεγάλη πυρκαγιά.

Πιστεύουμε, ελπίζουμε και ευχόμεθα η Παναγία η Τριχερούσα, η πολυσέβαστη και θαυματουργή εικόνα του καθολικού ναού, να νεύσει στις καρδιές των ιθυνόντων για την αποκατάσταση της ωραιότατης αυτής μονής.

Φεύγοντας από τη μονή είχαμε τη δυνατή αίσθηση ότι αίσια αρχίζει μια νέα πορεία για τη σπουδαία αυτή μονή υπό την εμπνευσμένη καθοδήγηση του πολλά υποσχόμενου νέου ηγουμένου της αρχιμανδρίτη Μεθοδίου. Όλοι πιστεύουν ότι οι προσδοκίες τους δεν θα διαψευσθούν.

Κύκκου Νικηφόρος: «Αγαπώ και τιμώ τον Πάπα»

Του Αριστείδη Βικέτου

O Μητροπολίτης Κύκκου – Τηλλυρίας και ηγούμενος της Βασιλικής και Σταυροπηγιακής Μονής Κύκκου Νικηφόρος αποδοκιμάζει την εκ των υστέρων αντίδραση του Μητροπολίτη Λεμεσού Αθανάσιου στο θέμα της επίσκεψης του Πάπα Βενέδικτου ΙΣΤ΄στην Κύπρο, την προσεχή Παρασκευή.

Παράλληλα, ο Μητροπολίτης Κύκκου τονίζει ότι ο Αρχιεπίσκοπος, δεν πρέπει να θέσει, όπως δήλωσε , θέμα αποβολής από την Σύνοδο των Ιεραρχών ,που θα απουσιάσουν από την υποδοχή του Πάπα και δηλώνει ότι ,εάν όμως τεθεί, θα διαφωνήσει.

Ο Κύκκου Νικηφόρος, αφού καθιστά σαφές πως «η Ορθοδοξία δεν κινδυνεύει από την επίσκεψη του Πάπα στην Κύπρο, αλλά από τις ακρότητες και το φανατισμό», απολογείται στους Μαρωνίτες και στους Λατίνους της Κύπρου για τις τοποθετήσεις του Άγιου Λεμεσού, που «με διάφορα επίθετα προσέβαλε τον θρησκευτικό τους ηγέτη».

«Αγαπώ και τιμώ τον Πάπα και θα συμμετάσχω σε όλες τις εκδηλώσεις που θα γίνουν προς τιμήν του», δηλώνει ο κ. Νικηφόρος.

Σε συνέντευξη στην εφημερίδα ο «Φιλελεύθερος» ο κ. Νικήφόρος αναφέρεται και σε άλλα ζητήματα , όπως η απαίτηση από την κυβέρνηση του προέδρου Χριστόφια για καταβολή από την Εκκλησία ποσού ύψους €163 εκατ. όσο και για τη νέα φορολογία που προωθεί στην ακίνητη περιουσία. «Μπορεί να είμαστε αδελφικοί φίλοι, αλλά θα με βρει απέναντι του ο Πρόεδρος Χριστόφιας. Θα αντισταθούμε στη νέα φορολογία που θα είναι καταστροφική για την Εκκλησία» υπογραμμίζει. Ωστόσο , σε αντίθεση με τον αρχιεπίσκοπο Χρυσόστομο, δηλώνει ότι το θέμα δεν είναι πολιτικό.

Το πλήρες κείμενο της συνέντευξης είναι το ακόλουθο:

-Η επίσκεψη του Πάπα στην Κύπρο παρόλο που χαρακτηρίστηκε ιστορική, εντούτοις, δίχασε την Ιερά Σύνοδο. Εσείς Πανιερότατε, ασπάζεστε τη θέση του Μητροπολίτη Λεμεσού Αθανάσιου, καθώς και άλλων μελών της Συνόδου ότι, δεν πρέπει να πραγματοποιηθεί αυτή η επίσκεψη;


-Καταρχήν θέλω να δηλώσω ότι, ως ορθόδοξος ιεράρχης είμαι εχθρός κάθε ακρότητας και αντίθετος προς κάθε φανατισμό. Σύμφωνα με τους Πατέρες της Εκκλησίας μας, στη βάση κάθε φανατισμού υπάρχει η αμαρτία του εγωισμού που ισοδυναμεί με την ακαθαρσία της πορνείας, αφού σύμφωνα με το λόγο του Θεού «ακάθαρτος ενώπιον Κυρίου πας υψηλοκάρδιος».

Οποιοσδήποτε επίσκοπος της Ορθοδόξου Εκκλησίας οφείλει να υψώνει με παρρησία τη φωνή του για να υπερασπίζεται την πίστη και τα δίκαια της Εκκλησίας του. Ουδεμία μετακίνηση δεν επιτρέπεται από τα δόγματα της Ορθοδοξίας. Όχι όμως πάθος αλόγιστο, φανατισμός και τύφλωση. Η Ορθοδοξία μας πρέπει να είναι φλογερή αλλά όχι μισαλλόδοξη, διότι ο φανατισμός και η μισαλλοδοξία είναι εκδηλώσεις αμαρτωλές και αντίθετες με το κήρυγμα του Θεανθρώπου. Είναι μακράν της ύψιστης χριστιανικής αρετής της αλήθειας όσοι αρνούνται να δεχθούν και να διαλεχθούν με τους αλλόδοξους και αλλόθρησκους.

Εγώ σέβομαι τον Πάπα, ως θρησκευτικό πνευματικό αρχηγό 1,5 δισεκατομμυρίου Ρωμαιοκαθολικών Χριστιανών.

Τον αγαπώ και τον τιμώ ως άνθρωπο και ως αδελφό και θα συμμετάσχω σε όλες τις εκδηλώσεις που θα γίνουν προς τιμήν του. Και νιώθω να μην κινδυνεύει καθόλου, μα καθόλου η Ορθοδοξία μου, η πίστη μου.

- Επισκεφθήκατε το Βατικανό με τον Μακαριότατο;

-Συνόδευσα τον Μακαριότατο και ναι, μείναμε για μια εβδομάδα στο Βατικανό, φιλοξενούμενοι του Πάπα. Φάγαμε πολλές φορές μαζί του και επιστρέψαμε στην Κύπρο, Ορθόδοξοι ως είμαστε και ουδόλως μολύνθηκε η πίστη μας. Συνεπώς, δεν συμφωνώ με αυτούς που σκανδαλίζονται με την επίσκεψη του Πάπα και βεβαίως, δεν ασπάζομαι τη θέση ούτε του Λεμεσού Αθανάσιου ούτε και των άλλων Αδελφών που διαφωνούν με την επίσκεψή του στην Κύπρο. Εκείνο όμως που με ξένισε πάρα πολύ είναι η συνέντευξη του Αγίου Λεμεσού την περασμένη Κυριακή στον «Φ». Μέσα στην Ιερά Σύνοδο ο Άγιος Λεμεσού ζήτησε να διαφοροποιηθεί και να μην παρευρεθεί στις εκδηλώσεις προς τιμήν του Πάπα. Η Σύνοδος σεβάστηκε την άποψή του καθώς και άλλων μελών της Ιεράς Συνόδου. Νομίζω ότι ήταν αρκετό το θέμα να μείνει ώς εκεί. Εντός δηλαδή της Ιεράς Συνόδου. Διαφωνώ με τη συνέντευξη του Λεμεσού Αθανάσιου για δυο λόγους: Πρώτον, ο χρόνος που επέλεξε να μιλήσει δεν ήταν ο ορθός, παραμονές της αφίξεως του Πάπα. Εφόσον είχε υπόψη του τα επεισόδια που προκάλεσαν πρόσφατα φανατικοί, δεν έπρεπε να ρίξει λάδι στη φωτιά. Θα μπορούσε ο Άγιος Λεμεσού να πει αυτά που θέλει και πιστεύει αμέσως μετά την επίσκεψη του Πάπα. Δεύτερον, κόσμησε τον Πάπα με πολλά επίθετα. Δεν μπορείς να προσβάλεις το θρησκευτικό Αρχηγό οποιουδήποτε δόγματος ή οποιασδήποτε θρησκείας, πολύ περισσότερο τον Πάπα που είναι ο θρησκευτικός Αρχηγός των Μαρωνιτών και των Λατίνων που ζουν στην Κύπρο. Πρέπει όταν ανοίγουμε το στόμα μας να μετρούμε το βάρος των λέξεών μας και τον αντίκτυπο που θα έχουν. Γιατί αυτήν τη στιγμή οφείλω μια απολογία ως επίσκοπος προς τους Αδελφούς Μαρωνίτες και Λατίνους που ζουν στην Κύπρο, για τις δηλώσεις του Άγιου Λεμεσού. Να μην παρασυρθούν και να μην στενοχωρηθούν από τις διαφημιζόμενες αρνητικές τοποθετήσεις είτε μελών της Ιεράς Συνόδου είτε και άλλων φανατισμένων λαϊκών εναντίον του Πάπα. Η μεγάλη πλειοψηφία του λαού μας, αγκαλιάζει με πολλή στοργή και αγάπη τους αδελφούς Μαρωνίτες και Λατίνους. Βεβαίως, σέβομαι τις απόψεις οποιουδήποτε μέλους της Ιεράς Συνόδου, όπως αυτοί σέβονται τη δική μου. Ήταν αχρείαστη η συνέντευξη του Λεμεσού Αθανάσιου και δεν έπρεπε να δοθεί. Αφού διαφοροποιήθηκαν στην Ιερά Σύνοδο ο Λεμεσού Αθανάσιος και άλλοι Ιεράρχες, τότε πώς δόθηκε στη δημοσιότητα κοινό ανακοινωθέν από την Ιερά Σύνοδο;

Για το ανακοινωθέν έδωσαν τη συγκατάθεσή τους όλοι. Και αυτοί που σκανδαλίζονται και αυτοί που δεν σκανδαλίζονται από την επίσκεψη του Πάπα. Επειδή ακριβώς ορισμένα σωματεία και σύνολα φανατισμένων υπερ - ορθοδόξων θα έλεγα, κυκλοφορούσαν φυλλάδια και βιβλία παρουσιάζοντας ούτε λίγο - ούτε πολύ, την άφιξη του Πάπα στην Κύπρο ως κατάλυση της Ορθοδοξίας, αισθανθήκαμε την ανάγκη, ως ιεράρχες να ενημερώσουμε σωστά το λαό καθώς επιχειρείτο προσπάθεια παραπλάνησής του.

-Θεωρείτε ότι ο Μακαριότατος θα πρέπει να υλοποιήσει τις προειδοποιήσεις που απηύθυνε σε ιεράρχες ότι, σε περίπτωση που αρνηθούν να παραστούν σε εκδηλώσεις προς τιμήν του Πάπα, θα τους αποβάλει από την Ιερά Σύνοδο;

-Οφείλω να σας πω ότι, ως μέλος της Ιεράς Συνόδου αισθάνθηκα και εγώ θιγμένος από αυτές τις δηλώσεις. Τα μέλη της Ιεράς Συνόδου, Μητροπολίτες και Επίσκοποι, δεν είμαστε μαθητούδια για να μας τραβάει από το αφτί ο εκάστοτε Προκαθήμενος και να μας πετάει έξω ή να μας αποβάλλει. Ο κάθε ιεράρχης, για να φτάσει εκεί που έφτασε, είχε μια μακρά πορεία δράσης μέσα στην Εκκλησία η οποία τον καταξίωσε και έτσι πρέπει να σεβόμαστε όχι μόνο τον Αρχιεπίσκοπο, αλλά και τα μέλη της Ιεράς Συνόδου. Έχει το δικαίωμα ο Προκαθήμενος, εάν το επιθυμεί, να κάνει εισήγηση στην Ιερά Σύνοδο για αποβολή ιεραρχών, αλλά είναι η Ιερά Σύνοδος που θα αποφασίσει. Η άποψη η δική μου είναι ότι ο Αρχιεπίσκοπος, δεν πρέπει να θέσει ένα τέτοιο θέμα στη Σύνοδο. Εάν όμως τεθεί, εγώ θα διαφωνήσω. Είμαι εναντίον κάθε πνευματικής τρομοκρατίας. Επειδή ξέρω τον Αρχιεπίσκοπο, είμαι βέβαιος ότι θα εισηγηθεί κάτι τέτοιο μόνο όταν και εφόσον διαπιστώσει ότι, ένας ιεράρχης συνεργεί σε ακρότητες και συνδαυλίζει το φανατισμό. Τότε και εγώ θα συνηγορήσω υπέρ αποβολής αυτού του Συνοδικού.

-Πράσφατα έγινε μεγάλη συζήτηση και υπήρξαν και συγκρούσεις για το θέμα της φορολογίας της Εκκλησίας. Ποια είναι η δική σας θέση; Υιοθετείτε τις καταγγελίες του Αρχιεπισκόπου ότι τελικά το θέμα δεν είναι οικονομικό αλλά πολιτικό;

-Δεν πιστεύω ότι είναι πολιτικό το θέμα. Στην προσπάθεια των κυβερνώντων να εξεύρουν οικονομικούς πόρους, στράφηκαν και προς την Εκκλησία. Συμφωνώ με τον Αρχιεπίσκοπο ότι, η Εκκλησία πληρώνει φόρους. Πολλούς φόρους.

Η Ιερά Μονή Κύκκου διευθέτησε τις εκκρεμότητές της με την Πολιτεία από το 2000.

-Πρέπει να καταβληθούν τα €163 εκατ. τα οποία η Πολιτεία απαιτεί από την Εκκλησία ως καθυστερημένους φόρους;


-Εάν καταβληθούν τα €163 εκατ. τότε θα πρέπει να κλείσουμε και να πωλήσουμε τις Εκκλησίες μας. Είναι αδιανόητο να σκέφτεται η Πολιτεία, να επιβάλλει την είσπραξη τέτοιου μεγάλου χρηματικού ποσού. Δεν μπορεί να πατάς πάνω στο πτώμα του άλλου για να σώσεις την οικονομία. Δεν το αντέχει η Εκκλησία. Θεωρώ ότι θα έπρεπε να σεβαστούν τη συμφωνία που επήλθε ύστερα από μακρές διαπραγματεύσεις μεταξύ Εκκλησίας και της προηγούμενης κυβέρνησης. Διαφωνώ επίσης και με τη νέα φορολογία που λένε ότι θα επιβάλλουν πάνω στην ακίνητη περιουσία στην τρέχουσα αξία της και όχι με βάση την αξία του 1980. Αυτό είναι καταστροφικό για την Εκκλησία. Και θα αντισταθούμε. Μπορεί να έχω πολύ καλές σχέσεις με τους κυβερνώντες, μπορεί να σέβομαι βαθύτατα και να εκτιμώ τον Πρόεδρο Χριστόφια και να έχω αδελφική φιλία μαζί του, αλλά πάνω από όλα για μένα είναι η Εκκλησία. Όπως πάνω από όλα για τον Δημήτρη Χριστόφια είναι η Κυπριακή Δημοκρατία και ύστερα το κόμμα του.

-Πώς απαντάτε σ’ αυτούς που σας κατηγορούν ότι ζείτε μέσα στη χλιδή;

-Πρόκειται για άστοχη δήλωση. Ο κόσμος ενώ ακόμη ζούσε μέσα σε μάντρες, το βαθύτατο θρησκευτικό του συναίσθημα τον οδηγούσε να κτίζει ναούς μεγαλοπρεπείς και μοναστήρια γιατί είναι χώροι λατρείας του Θεού. Δεν ανήκουν ούτε στον Νικηφόρο, ούτε στον Χρυσόστομο. Οι Εκκλησίες και τα μοναστήρια είναι κοινοί χώροι λατρείας, ανήκουν σε όλο το λαό και το αγαθό αυτό το απολαμβάνουν όλοι. Χαρακτηριστικό παράδειγμα η Μονή Κύκκου, όπου ένα εκατομμύριο άνθρωποι την επισκέπτονται κατά μέσο όρο κάθε χρόνο. Μα ξεχνούν τι προσφέρει η Εκκλησία; Εδώ που είμαστε, ατενίζουμε τους κήπους του Μετοχίου. Δέσμευσα 100 σκάλες γης και δαπανήθηκαν εκατομμύρια ευρώ για να διαμορφώσουμε αυτό το πάρκο, το οποίο αφενός λειτουργεί ως πνεύμονας πρασίνου στην πρωτεύουσα και αφετέρου, το απολαμβάνουν καθημερινά πάσης ηλικίας άνθρωποι. Δεν θα μιλήσω για το φιλανθρωπικό, πολιτιστικό, κοινωνικό και πνευματικό έργο της Εκκλησίας που είναι τοις πάσι γνωστό. Όμως, πρέπει να αποβληθεί από τη σκέψη πολλών ότι, η Εκκλησία είναι πακτωλός χρημάτων. Ότι, ούτε λίγο - ούτε πολύ, έχουμε μηχανές που κόβουν χρήματα και είναι ανεξάντλητες οι δυνατότητές μας.

Πολλές φορές χάνουμε τον ύπνο μας επειδή σκεφτόμαστε πώς θα καλύψουμε τους μισθούς του μήνα. Κάποιοι διερωτούνται, γιατί να παίρνουν ένα παχυλό μηνιαίο μισθό οι ιεράρχες εφόσον τα έξοδά τους καλύπτονται εξολοκλήρου από την Εκκλησία;

Πρώτος από όλους τους ιεράρχες το βιώνω εγώ καθημερινά, γιατί πολλοί νομίζουν ότι η Μονή Κύκκου έχει μηχανή που κόβει λεφτά. Καθημερινά, με το που θα βγω από την πόρτα της Εκκλησίας, μετά το πέρας της Θείας Λειτουργίας έρχονται δεκάδες άτομα να μου ζητήσουν χρηματική βοήθεια. Όπου πάω, όπου σταθώ, αυτό το φαινόμενο παρατηρείται. Αλίμονο λοιπόν, να μην παίρνω ένα επιμίσθιο, να έχω στην τσέπη μου για να μπορώ να δίνω, να βοηθώ χωρίς να χρειάζονται δικαιολογητικά και αποδείξεις, διότι τα πάντα στην Εκκλησία είναι κάτω από το έλεγχο του Ελεγκτικού Τμήματος της Ιεράς Συνόδου. Θέλω να πω ότι αυτό το επιμίσθιο, το χρησιμοποιούμε κυρίως για να δίνουμε μικροβοηθήματα στο λαό που μας τρέχει ξοπίσω.

-Σας ενοχλεί το γεγονός ότι κάποιοι σας περιτριγυρίζουν απλά και μόνο για να επωφεληθούν οικονομικά;

Βεβαίως με ενοχλεί και με κουράζει. Πολλές φορές λέγω ότι, κάποιοι έφτασαν στο άκρον άωτον του παραλογισμού να μου ζητούν λεφτά ακόμη και μέσα στην Εκκλησία κατά τη διάρκεια της Θείας Λειτουργίας.

-Δρομολογείτε μεγάλη επένδυση απέναντι στα άδεια οικόπεδα του Μετοχίου στην Έγκωμη. Πότε θα αρχίσουν τα έργα και τι περιλαμβάνουν;

Έχω 26 χρόνια Ηγουμενίας. Με το που έγινα Ηγούμενος ανασκουμπώθηκα και άρχισα να αναστηλώνω την Κεντρική Μονή και τα Μετόχια. Δημιούργησα το Μουσείο, και τα διάφορα πολιτιστικά και κοινωνικά κέντρα, κ.ά. Είναι γεγονός ότι αυτά τα έργα απορρόφησαν μεγάλα κονδύλια και δεν έκανα τις παραγωγικές επενδύσεις που έπρεπε να είχα ήδη κάνει για να αυξήσω τα πάγια εισοδήματα της Μονής, προκειμένου να μπορεί απρόσκοπτα να επιτελεί το πολυδιάστατο έργο της σε βάθος χρόνου. Εδώ απέναντι από τη Μονή, έχουμε ένα ενιαίο τεμάχιο 300 δεκαριών, δηλαδή 300 χιλιάδων τ.μ. και σκέφθηκα ότι, επειδή είναι το καλύτερο τεμάχιο στη Λευκωσία και ενδεχομένως ανά το παγκύπριο, να του δώσω τέτοια ανάπτυξη που να αποτελεί σημείο αναφοράς για όλη την Κύπρο. Έτσι μετά από πολλές σκέψεις και ανταλλαγή απόψεων με τους συμβούλους μου, βγήκαμε σε διεθνή διαγωνισμό για να ετοιμαστεί ένα μάστερ - πλαν. Το διαγωνισμό κέρδισε ένας μεγάλος ευρωπαϊκός οίκος που ετοίμασε μέσα σε ένα χρόνο (και αφού ήλθαν επανειλημμένως στην Κύπρο και τους εξήγησα το όραμά μου) ένα πάρα πολύ ωραίο σχέδιο ανάπτυξης. Ο χώρος αυτός δεν θα είναι μόνο καταστήματα, γραφεία και εμπορικά κέντρα. Θα ανεγερθεί ένα μεγάλο υπερπολυτελές ξενοδοχείο, συνεδριακό κέντρο ενώ θα υπάρχουν και ψυχαγωγικοί, αθλητικοί και πολιτιστικοί χώροι ενώ ένα μέρος θα αναπτυχθεί ως οικιστική περιοχή.

Την κατασκευή όλων αυτών των κτηρίων θα αναλάβει το Μοναστήρι;

Όχι. Όταν εκδοθούν οι άδειες - εδώ ζητώ και τη συνδρομή των ΜΜΕ για να αποφασίσουν γρήγορα οι κρατικές υπηρεσίες και να εκδοθούν το ταχύτερο δυνατόν οι σχετικές άδειες - θα βγούμε αμέσως σε προσφορές για την επένδυση. Ήδη, είναι πολλοί αυτοί που εκδήλωσαν ενδιαφέρον για να προχωρήσουν στην ανάπτυξη αυτής της γης. Εμείς μάλλον, θα περιοριστούμε στη μακροχρόνια ενοικίαση της γης μας.


-Επειδή ακόμη υπάρχουν σκιές. Στη συμφωνία που έγινε παραμονές αρχιεπισκοπικών εκλογών μεταξύ εσάς και του νυν Αρχιεπισκόπου, προβλεπόταν και θητεία στον αρχιεπισκοπικό θρόνο μόλις πέντε χρόνων;

-Όχι. Στο λόγο της αρχιερατικής μου τιμής. Στους όρους που συνυπογράψαμε ουδεμία αναφορά γίνεται για θητεία πέντε ετών. Αντίθετα, εγώ έλεγα ότι δεν επιτρέπεται να θέτουμε όρια, δεν μπορεί να είναι Αρχιεπίσκοπος περιορισμένης θητείας διότι, δεν θα τέλειωνε η προεκλογική περίοδος και η Εκκλησία μας θα υφίστατο όλα τα δεινά. Δεν θα έπεφτα τόσο χαμηλά για να ζητήσω κάτι τέτοιο.

-Μετανιώσατε που ήσασταν υποψήφιος στις Αρχιεπισκοπικές Εκλογές με βάση τα όσα γνωστά σε όλους μας, εκτυλίχθηκαν;

Έλεγαν πολλά ψευδή οι εν Χριστώ Αδελφοί τότε, για να με εξοντώσουν και χρησιμοποίησαν πολλά αθέμιτα μέσα για να το πετύχουν. Όταν βρεθείς μέσα στον κυκεώνα των εκλογών, δεν μπορείς να βγεις έξω γιατί εάν αποχωρούσα θα έλεγε ο κόσμος ότι έχω λερωμένη τη φωλιά μου, γι’ αυτό αποσύρθηκα. Αν μπορούσα θα έφευγα.

Η αίρεσις του Παπισμού Μέρος Α΄ Αρχιμ. Γεώργιος Καψάνης. Ηγούμενος Ι.Μ. Γρηγορίου Αγίου Όρους

«Με αφορμή την επίσκεψη του Πάπα στην Κύπρο, δημοσιεύουμε σήμερα κείμενο του Αρχ. Γεωργίου Καψάνη, Ηγουμένου της Ιεράς Μονής Γρηγορίου Αγίου Όρους, το πρώτο μέρος (από τρία που θα έχουν δημοσιευθεί έως 3/6/2010) μελέτης που έγραψε το 1978, γιατί πιστεύουμε ότι εάν γνωρίζουμε τις τοποθετήσεις του Παπισμού αλλά και τις θέσεις της Ορθοδοξίας, ελαχιστοποιείται ο κίνδυνος να αλλοιωθούν οι συνειδήσεις μας, ενώ αποφεύγουμε και τον κίνδυνο της μισαλλοδοξίας».

Η ΑΛΛΗ ΟΨΙΣ


(Α' ΜΕΡΟΣ)

Η ΑΓΙΑ ΜΑΣ Oρθόδοξος Εκκλησία έχουσα την συνείδησιν ότι μόνη αυτή αποτελεί την Μίαν, Αγίαν, Καθολικήν και Αποστολικήν Εκκλησίαν, ησθάνετο πάντο­τε βαρύτατον χρέος να διατηρήση ακαινοτόμητον και ανόθευτον την Αποστολικήν πίστιν και παράδοσιν. Δι' αυτό και έναντι των διαφόρων αιρέσεων ετήρει αυστηράν στάσιν μη δεχομένη να συσχηματισθή ή συνθηκολογήση με την αίρεσιν ακόμη και εις τα μικρά και δευτε­ρεύοντα ζητήματα, θεωρούσα ότι εάν η πίστις φθείρε­ται εις τα μικρά, δεν μένουν ανεπηρέαστα και τα μεγά­λα. Κατά τον Αγιον Γρηγόριον Νύσσης «Ούτω, τον μη δι' όλου του μυστηρίου την αληθή μόρφωσιν της ευσεβείας δεξάμενον, χριστιανόν ουκ οίδεν ο λόγος» και κατά τον Μ. Βασίλειον «Εν γαρ μικρά πλάνη πολύς ημάρτηται λόγος».

Παρεκκλίσεις δε εις την πίστιν δεν αλλοιώ­νουν την θεολογίαν μόνον της Εκκλησίας, αλλά δια­στρέφουν και αυτήν την πνευματικήν και εκκλησιαστικήν ζωήν και δι' αυτό θέτουν εις άμεσον κίνδυνον την σωτηρίαν του ανθρώπου. Πίστις και ζωή περιχωρούνται και δι' αυτό, όταν η πίστις διαστραφή και η ζωή δεν θα μείνη ανεπηρέαστος. Ενώ δε την αίρεσιν απεστρέφετο η Εκκλησία, τους αιρετικούς ηγάπα, ευσπλαγχνίζετο, ηγωνίζετο παντοιοτρόπως δια την επιστροφήν των και, εάν μετενόουν, εχρησιμοποίει ευρύτατα την εκκλησιαστικήν οικονομίαν, δια να διευκολύνη την επάνοδόν των εις τους κόλπους της.

Την στάσιν αυτήν ετήρησεν η Εκκλησία ανέκαθεν και έναντι του παπισμού
. Ησθάνετο η Εκκλησία ότι η παρέκλισις του παπισμού δεν συνίσταται μόνον εις την χρήσιν διαφόρου διοικητικού συστήματος ή διαφόρων εκκλησιαστικών εθίμων, αλλ' ότι επρόκειτο περί μιας βαθυτέρας αλλοιώσεως του ευαγγελικού πνεύματος. Οι βυζαντινοί θεολόγοι δεν ήσαν αφελείς ούτε φανατικοί και εξτρεμισταί, όταν έγραφον αξιολόγους πραγματείας δια να αποδείξουν την αίρεσιν του Filioque. Η και «εκ του Υιού» εκπόρευσις του αγίου Πνεύματος εισάγει την διαρχίαν ή τον ημισαβελλιανισμόν εις την αγίαν Τριάδα, υποτιμά το Αγιον Πνεύμα και παραποιεί όλην την Τριαδολογίαν, ως ορθώς παρατηρεί ο Βλαδίμηρος Λόσκι: «Εάν εις την πρώτην περίπτωσιν (την του Filioque) η πίστις αναζητή την νόησιν δια να μεταθέση την αποκάλυψιν επί του πεδίου της φιλοσοφίας, εν τη δευτέρα περιπτώσει (εν τη Ορθοδόξω Τριαδολογία) η νόησις αναζητεί τας πραγματικότητας της πίστεως, δια να μεταμορφωθή, παραδιδομένη επί μάλλον εις τα μυ­στήρια της αποκαλύψεως. Επειδή το δόγμα της Τριάδος αντιπροσωπεύει την ουσίαν πάσης θεολογικής σκέψεως, ανερχόμενον εκ της περιοχής, την οποίαν οι Έλληνες Πατέρες ωνόμαζον κατ' εξοχήν θεολογίαν, αντιλαμβά­νεται τις ότι μία διαφορά επί του ουσιώδους τούτου ση­μείου, όσον ασήμαντος και εάν παρουσιασθή εκ πρώτης όψεως, έχει μίαν τόσο αποφασιστικήν σημασίαν» («Κατ’ εικόνα και καθ’ ομοίωσιν», Μεταφρ. Μ. Γ. Μιχαηλίδη).

Πρόκειται περί «ενός φιλοσοφικού ανθρωπομορφισμού ο οποίος δεν έχει τίποτε το κοινόν με τον θεοφανειακόν ανθρωπομορφισμόν της Βίβλου». «Δια του δόγ­ματος του Filioque ο Θεός των φιλοσόφων και των επι­στημόνων εισάγεται εις τους κόλπους του ζώντος Θεού, λαμβάνει την θέσιν του Deus Ubskonditus, όστις «έθετο σκότος αποκρυφήν αυτού». Η άγνωστος ουσία του Πα­τρός, του Υιού και του Αγίου Πνεύματος δέχεται χαρα­κτηρισμούς θετικούς. Γίνεται το αντικείμενο μιας φυ­σικής θεολογίας: Είναι εις «γενικός Θεός» ο οποίος θα ηδύνατο να είναι εξ ίσου ο Θεός του Descardes ή του Leibnitz και ακόμη -τις είδε- πιθανόν, έν τινι μέτρω, ο Θεός του Βολταίρου και των αποχριστιανισθέντων θεϊστών του 18ου αιώνος».

Δια του Filioque δηλαδή, η Δύσις προσεπάθησε να κατανοήση «λογικώς» το μυστήριον της Αγίας Τριάδος καταργούσα την αντινομίαν του Τριαδικού μυστηρίου και δεικνύουσα τον ανθρωποκεντρικόν χαρακτήρα της θεολογίας της.

Η αίρεσις του
Filioque έχει τας συνεπείας της εις την εκκλησιαστικήν και την προσωπικήν ζωήν, αι οποίαι γίνονται επίσης ανθρωποκεντρικαί.
Το Αγιον Πνεύμα και Εκείνος δια τον οποίον μαρ­τυρεί, ο Χριστός, παραμερίζονται. Δίδεται περισσοτέρα σημασία εις την ανθρωπίνην προσπάθειαν παρά εις την Θείαν Χάριν, εις την οργάνωσιν και το σύστημα παρά εις την ζωοποιούσαν Χάριν του Θεού. Ο αλάθητος πά­πας της Ρώμης αντικαθιστά, εν πολλοίς, τον Χριστόν και θεωρείται ως «πηγή ενότητος» δια την Εκκλησίαν. Ο αγών, η άσκησις δια την σωτηρίαν του Χριστιανού προσλαμβάνει επίσης ανθρωποκεντρικόν χαρακτήρα. Αι πνευματικαί ασκήσεις του Ιγνατίου Λοϋόλα είναι χαρακτηριστικόν παράδειγμα του πνεύματος αυτού. Μία σύγκρισις του έργου αυτού με την εν Χριστώ ζωήν του Νικ. Καβάσιλα αποκαλύπτει την διάφορον θεώρησιν του αγώνος δια την σωτηρίαν. Την ανθρωποκεντρικήν δυτικήν και την θεανθρωποκεντρικήν Ορθόδοξον και αληθώς καθολικήν. Εις τον πρώτον τονίζονται τα έργα του άνθρωπου, εις τον δεύτερον η συνεργεία ανθρωπίνης προσπαθείας και Θείας Χάριτος.

Εφ' όσον δε το Αγιον Πνεύμα έπαυσε να ζωοποιή και να φωτίζη τους ποιμένας και τους θεολόγους του παπισμού, ήτο φυσικόν ότι η μία διαστροφή θα ηκολούθει την άλλην.

Η σωτηριολογία των είναι δικανική
και βασίζεται εις διδασκαλίαν περί της πτώσεως του ανθρώπου επίσης πεπλανημένην, διότι χωρίζει οξέως την φύσιν από την Χάριν. Σωτηρία εις την Ορθόδοξον Πατερικήν Παράδοσιν σημαίνει συγχώρησιν, ζωοποίησιν και θέωσιν του νε­κρού εν τη αμαρτία ανθρώπου δια της ενσάρκου Οικο­νομίας του Υιού του Θεού. Εις την Δύσιν η σωτηρία πε­ριορίζεται μόνον εις την δικανικήν (νομικήν) ικανοποίησιν της τρωθείσης εκ της αμαρτίας του ανθρώπου θείας δικαιοσύνης δια του σταυρικού θανάτου του Χριστού. Ο Χριστός έπρεπε να πάθη, δια να ικανοποιήση την δικαιοσύνην του Θεού.

Όλον το πρόβλημα είναι πώς ο ωργισμένος δια την παρακοήν του ανθρώπου Θεός θα εξευμενισθή απένα­ντι του ανθρώπου και θα του παράσχη την εύνοιάν του και όχι πώς ο χωρισμένος από τον Θεόν και δι' αυτό νε­κρός άνθρωπος θα επανασυνδεθή με τον Θεόν, θα ζωοποιηθή και θα θεωθή
. Η θέωσις ως σκοπός της ζωής του ανθρώπου εχάθη εις την Δύσιν. Προέχει «η δικαίωσις» από νομικής απόψεως. Η νοσηρά προσήλωσις εις τον σταυρόν χωρίς παράλληλον θέαν της Αναστάσεως και της Μεταμορφώσεως κάνουν όλον τον δυτικόν Χριστιανισμόν «σταυρώσιμον». Δεν υπάρχει ο σταυροαναστάσιμος χαρακτήρ της Ορθοδοξίας.

Το «άγχος» και η «απελπισία» του δυτικού ανθρώ­που φαίνεται να απορρέουν από αυτήν την «σταυρικήν» μονομέρειαν. Εις τον δυτικόν υπαρξιακόν φιλόσοφον Kirkegaard συνοψίζεται η αγχώδης κατάστασις του δυ­τικού Χριστιανισμού. Ο άνθρωπος κατά τον ανωτέρω φιλόσοφον είναι άνθρωπος, διότι έχει άγχος. Αντιθέτως την Ορθόδοξον σταυροαναστάσιμον ζωήν εκφράζει χα­ρακτηριστικώς ο Αγιος Σεραφείμ του Σαρώφ, ο οποίος μετά από αυστηράν άσκησιν έγινε κοινωνός του Φωτός της Θείας Μεταμορφώσεως και έζη την χαράν της Ανα­στάσεως. Την χαράν αυτήν μετέδιδε εις τους πλησιάζο­ντας αυτόν απευθύνων εις αυτούς αντί άλλου χαιρετι­σμού το «Χριστός Ανέστη, χαρά μου».

Η έλλειψις της εμπειρίας του Θαβωρίου Φωτός και των ακτίστων ενεργειών εις τους δυτικούς
, δια των οποί­ων ο άνθρωπος θεούται και κοινωνεί της αγίας Τριάδος, τους ωδήγησεν εις την πεπλανημένην διδασκαλίαν, ότι η Θεία Χάρις είναι κτιστή και συνεπώς είναι αδύνατος η εμπειρία του Θεού και η Θέα της δόξης του. Είναι γνω­στή η αντίδρασις της Ορθοδοξίας του 14ου αιώνος κατά της νέας αυτής αιρέσεως εν τω προσώπω του Αγίου Γρηγορίου του Παλαμά. Εάν η Χάρις είναι κτιστή, ο χριστιανός είναι καταδικασμένος να μη δύναται να μετάσχη της θεώσεως. Πώς είναι δυνατόν να θεώση τον άνθρωπον η κτιστή Χάρις; Πρόκειται περί ενός νέου τύ­που αρειανισμού, δια τον οποίον τόσον ηρωϊκώς ηγωνίσθη ο γνωρίσας εκ προσωπικής πείρας την Χάριν της θεώσεως αγιορείτης Αγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς. Η Δύσις μέχρι σήμερον επιμένει εις την πλάνην αυτήν με αποτέλεσμα να αφήνη τον άνθρωπον και τον κόσμον εκτός της θείας ζωής.

Η σχέσις του Θεού με τον άνθρωπον και τον κόσμον δια τους δυτικούς ημπορεί να είναι ηθική μόνον και όχι σχέσις χάριτος και ζωής. Τα μυστήρια, και κυρίως η θεία Ευχαριστία, το Βάπτισμα, η Ιερωσύνη γίνονται δι­κανικά μέσα σωτηρίας. Η Εκκλησία εκπίπτει εις νομικόν ίδρυμα παροχής της σωτηρίας και της κτιστής Χάριτος. Εις την ίδρυσιν της Εκκλησίας προηγείται ο νομικός θεσμός και έπεται η μυστηριακή της συγκρότησις. Εις την Ορθοδοξίαν αντιθέτως, προηγείται η μυ­στηριακή συγκρότησις της Εκκλησίας, η οποία ασφαλί­ζεται και εκφράζεται δια των Κανονικών θεσμών. Εντεύθεν και το Κανονικόν Δίκαιον της Ορθοδοξίας, ως και πάντα τα της Ορθοδοξίας άγια δόγματα, θε­σμοί, παραδόσεις είναι θεανθρώπινα, ενώ το δίκαιον του παπισμού διακρίνεται οξέως εις θείον (Jus Divinum) και ανθρώπινον (Jus Humanum). Απτόν παράδειγμα της νομικίστικης θεωρήσεως της σωτηρίας είναι ο τρό­πος ασκήσεως του μυστηρίου της Μετανοίας εις τους Ρωμαιοκαθολικούς. Η μετάνοια και εξομολόγησις γίνε­ται ως μία δίκη. Ο εξομολογούμενος λέγει τα αμαρτή­ματά του χωρισμένος και άγνωστος εις τον πνευματικόν (εις τους γνωστούς ξύλινους θαλαμίσκους) και λαμβάνει τα επιτίμια και την άφεσιν. Δεν υπάρχει δηλαδή προσω­πική ποιμαντική σχέσις και εκκλησιαστική κοινωνία, αλλά νομική και απρόσωπος σχέσις. Προέχει η νομική δικαίωσις του αμαρτωλού και όχι η συγχώρησις, επάνο­δος και αποκατάστασίς του εις το πατρικόν σπίτι (Εκκλησίαν) και την πατρικήν αγκάλην. Σχεδόν όλα τα δόγματα και αι παραδόσεις της Εκκλησίας διαστρέφο­νται από τους δυτικούς.
Η περί Θεοτόκου Ορθόδοξος διδασκαλία εκπίπτει εις «Μαριολογίαν». Η Θεοτόκος χωρίζεται από το ανθρώπινον γένος δια της «ασπίλου συλλήψεως». Δεν είναι ο ευκλεής καρπός του εκλεκτού λείμματος του ανθρωπίνου γένους, αλλά κάτι το ξεχωρισμένον από την όλην ανθρωπότητα. Χάνει την οικειότητά της και αποξενούται από την ανθρωπίνην οικογένειαν.

Αλλά και αυτή η περί εσχάτων διδασκαλία δεν μένει αβλαβής. Εις την διδασκαλίαν περί του καθαρτηρίου πυρός και των αφέσεων, χορηγουμένων υπό του πάπα, φαίνεται επίσης ο δικανικός χαρακτήρ.

Πόσον ανθρωποκεντρική είναι η Δύσις μαρτυρεί η τέχνη της
, η μουσική, η αρχιτεκτονική και κυρίως η αγιογραφία. Φθάνει δια να συγκρίνη τις μίαν βυζαντινήν ορθόδοξον εικόνα με ένα δυτικόν θρησκευτικόν πίνακα ή άγαλμα, δια να ίδη πόσον ανθρωποκεντρισμόν εκφράζει. Η Ορθόδοξος «εικών» αληθώς εικονίζει τον Θεάνθρωπον Χριστόν και τα μεταμορφωμένα πρό­σωπα της Θεοτόκου και των αγίων μέσα εις τον επίσης μεταμορφωμένον από την Ακτιστον Χάριν κτιστόν κόσμον. Αντιθέτως εις την δυτικήν ζωγραφικήν παράστασιν ο Χριστός φαίνεται ως άνθρωπος, και η Θεοτόκος και οι Αγιοι ως κοινοί, μη μεταμορφωθέντες άνθρωποι. Και η φύσις παρουσιάζεται «νατουραλιστικούς», χωρίς μετοχήν εις το άκτιστον φως.

Εκεί όμως όπου εναργέστερα εκδηλούται ο δικανικός και ανθρωποκεντρικός χαρακτήρ του παπισμού είναι το σύστημα διοικήσεως της Εκκλησίας.

Είναι γνωστόν ότι η Ορθόδοξος Καθολική Εκκλησία ακολουθεί το αποστολικώς παραδοθέν συνοδικόν σύστημα διοικήσεως, το οποίον εκφράζει το μυστήριον της Εκκλη­σίας ως μυστήριον Τριαδικής και θεανθρωπίνης εν Χριστώ κοινωνίας, ως διαγορεύει ο 34ος Αποστολικός Κανών: «Ούτω γαρ ομόνοια έσται, και δοξασθήσεται ο Θεός, δια Κυρίου εν Αγίω Πνεύματι, ο Πατήρ και ο Υιός, και το άγιον Πνεύμα». Η Εκκλησία είναι εικών της Αγίας Τριάδος. Η Εκκλησία ζη εις όλας τας διαστάσεις της (Οικουμενική Σύνοδος, Πατριαρχεία, Τοπικαί Σύνοδοι, Επισκοπαί, Ενορίαι, Ιεραί Μοναί) συνοδικώς, δηλαδή τριαδικώς το μυστήριον της Εκκλησίας. Τυχόν δε εκτροπαί από του κανόνος αυτού δεν υιοθετήθησαν υπό της Εκκλησίας, ούτε έγιναν δόγματα πίστεως ανα­γκαία δια την σωτηρίαν των πιστών. Αλάθητος εις την Ορθοδοξίαν δεν είναι εις άνθρωπος, αλλά η Εκκλησία. Αντιθέτως εις την Δύσιν η τριαδική συνοδική αρχή αντικατεστάθη δια της αντιτριαδικής ολοκληρωτικής παπικής συγκεντρωτικής αρχής. Ο ρωμαίος ποντίφιξ εκηρύχθη με μίαν εωσφορικήν υπερηφάνειαν «αλάθη­τος» και υπέρτατος αρχή της Εκκλησίας.

Ιδού με ποίαν υπερφίαλον γλώσσαν ο πάπας Πίος Θ' εκήρυξε το «αλάθητον» και το «πρωτείον» του κατά την Α' Σύνοδον του Βατικανού: «Εάν τις νομίση ότι ο ρω­μαίος ποντίφιξ έχει ως έργον του την εποπτείαν και διοίκησιν, ουχί δε την πλήρη και υπερτάτην δικαιοδοσίαν εν απάση τη Εκκλησία ου μόνον εν τοις αφορώσι τα της πίστεως και των ηθών, αλλά και εν τοις την πειθαρχίαν και διοίκησιν της καθ' άπασαν την οικουμένην Εκκλη­σίας, ή ότι απολαύει μεν ούτος τοιούτων κρειττόνων προνομιών, ουχί δε του συνόλου της υπερτάτης ταύτης δυνάμεως και ισχύος, ή ότι η δύναμις αυτού δεν είναι τακτική και απεριόριστος, είτε εν πάσαις και ταις κατά μέρος Εκκλησίαις, είτε εν πάσι και τοις κατά μέρος πιστοίς ποιμέσιν, ανάθεμα έστω... Διδάσκομεν και ως θεόθεν αποκαλυφθέν δόγμα ορίζομεν: Ο ρωμαίος ποντίφιξ, λαλών εκ καθέδρας (Cum ex cathedra loquitur), τουτέ­στιν, όταν επιτελών ούτος τα του ποιμένος και διδασκάλου πάντων των χριστιανών, ορίζει, τη υπερτάτη αυτού αποστολική αυθεντία την τηρητέαν υπό συμπάσης της Εκκλησίας διδασκαλίαν έν τε τη πίστει και εν τοις ήθεσι, θεία συνάρσει τη επηγγελμένη αυτώ τω μακαρίω Πέτρω απολαύει του αυτού αλαθήτου, ώπερ ο θείος Λυ­τρωτής ηυδόκησεν, ίνα καθοπλίση την εαυτού Εκκλησίαν, ορίζουσαν τα της πίστεως και των ηθών΄ τούτου δε ένεκα αι τοιαύται αποφάσεις του ρωμαίου ποντίφικός εισιν εξ εαυτών και ουχί εκ της συναινέσεως της Εκκλη­σίας αμετάτρεπτοι.Εάν δε τις, όπερ ο Θεός είθε να αποτρέψη, εκ προκαταλήψεως διανοηθή να αντείπη τη ημετέρα ταύτη αποφάνσει, ανάθεμα έστω».

Με τον «παντοδύναμον» πάπαν του ο παπισμός σκο­πεύει να κατακτήση τον κόσμον. Η υποχρεωτική αγα­μία του κλήρου και τα ποικίλα «κοινωνικά» μοναχικά τάγματα έρχονται να υπηρετήσουν τον σκοπόν αυτόν. Η Ορθοδοξία αντιθέτως σκοπεύουσα όχι εις την κατάκτησιν, αλλά την μεταμόρφωσιν του κόσμου ούτε την υποχρεωτικήν αγαμίαν του κλήρου επέβαλεν ούτε τον μοναχισμόν από ησυχαστικόν μετέβαλεν εις κοινωνικόν και της δράσεως. Εις την «θεοποιόν» ησυχίαν ο μοναχός μεταμορφώνεται και μυστικώς μεταμορφώνει τον κό­σμον και δι' αυτού «η Βασιλεία του Θεού ουκ έρχεται μετά παρατηρήσεως».

Είναι αυτονόητον ότι όλη η διεστραμμένη παπική ερμηνεία του Χριστιανισμού εις την Δύσιν είχε τας συ­νεπείας της εις την ιστορίαν, τον πολιτισμόν και τον εν γένει βίον και προσανατολισμόν των διαφόρων λαών, με τους οποίους ήλθεν εις σχέσιν ο παπισμός. Όλοι γνωρίζομεν πόσον εταλαιπωρήθη η Δύσις από τας παποκαισαρικάς αξιώσεις, αι οποίαι ωδήγησαν εις αλλεπαλλή­λους πολέμους επί διακόσια περίπου έτη (ήρχισαν το 1075 επί πάπα Γρηγορίου Ζ') και είναι γνωστοί ως ο περί περιβολής αγών του παπισμού. Αι παποκαισαρικαί αξιώσεις συνοψίζονται εις όσα είπεν ο πάπας Ιννοκέντιος Γ' (1198 - 1216) κατά τον ενθρονιστήριον λόγον του: «Ο έχων την νύμφην, είπεν, είναι ο νυμφίος. Αλλά η νύμφη αύτη (η Εκκλησία) δεν συνεζεύχθη με κενάς τας χείρας, αλλά προσέφερεν εις εμέ ασύγκριτον πολύτιμον προίκα, δηλονότι την πληρότητα των πνευμα­τικών αγαθών και την ευρύτητα των κοσμικών, το μεγαλείον και την αφθονίαν αμφοτέρων... Ως σύμβολον των κοσμικών αγαθών μοι έδωσε το Στέμμα, την Μίτραν υπέρ της Ιερωσύνης, το Στέμμα δια την βασιλείαν και με κατέστησεν αντιπρόσωπον Εκείνου εις το ένδυμα και τω μηρώ του οποίου εγράφη: ο Βασιλεύς των βασιλέ­ων και Κύριος των κυρίων».

Καρπός του ολοκληρωτικού και αντιευαγγελικού πνεύ­ματος του παπισμού είναι η Ιερά εξέτασις, δια της οποίας εβασανίσθησαν και εκάησαν χριστιανοί κληρικοί και λαϊ­κοί τολμήσαντες να διαφωνήσουν προς τον παπισμόν.

Ο Ντοστογιέφσκυ εις τον Μέγαν Ιεροεξεταστήν του αποκαλύπτει το ανελεύθερον πνεύμα του παπισμού.

Ο παπισμός κατήντησε κοσμικόν κράτος με στρατόν, οικονομίαν, διπλωματίαν. Μέχρι σήμερον το Βατικανόν είναι κράτος, ασκεί διπλωματίαν και επηρεάζει την διε­θνή οικονομίαν δια συμμετοχής εις μεγάλας εταιρείας και επιχειρήσεις.

Εξ αντιδράσεως προς τον παπισμόν προήλθεν ο Προτεσταντισμός, ο οποίος μετέφερε το «αλάθητον» από τον πάπαν εις έκαστον προτεστάντην, αφού κάθε προτεστάντης θεωρείται ότι δύναται να ερμηνεύη την Αγίαν Γραφήν ορθώς, ανεξαρτήτως της παραδόσεως της Εκκλησίας. Έτσι ο ανθρωποκεντρισμός του παπι­σμού με άλλον σχήμα εισήλθεν εις τον Προτεσταντισμόν.

Συγκρίνων την Δυτικήν Εκκλησίαν προς τον Προτε­σταντισμόν ο άγιος πατήρ ημών Νεκτάριος Πενταπόλεως ευρίσκει ως κοινόν σημείον τον ατομικισμόν. «Μόνη δε διαφορά μεταξύ των δύο αυτών συστημάτων είναι η εξής: Εν μεν τη Δυτική Εκκλησία το άτομον, ήτοι ο Πά­πας, συγκεντροί περί εαυτόν πολλά βωβά και ανελεύθε­ρα πρόσωπα συμμορφούμενα εκάστοτε προς τας αρχάς και τα φρονήματα του επικαθημένου ατόμου. Εν δε τω Προτεσταντισμώ η Εκκλησία συνεκεντρώθη περί το άτομον. Όθεν, η Δυτική Εκκλησία είναι άτομον και ουδέν πλέον. Αλλά τίς δύναται να εγγυηθή ημίν περί της ομοφροσύνης όλων των Παπών; Αφού δε πας Πά­πας κρίνει περί του ορθού κατά το δοκούν αυτώ και ερμηνεύει την Γραφήν, ως βούλεται, και αποφθεγματίζεται, ως θεωρεί ορθόν, κατά τί διαφέρει ούτος των πα­ντοίων δογματιστών της Προτεσταντικής Εκκλησίας; οποία διαφορά των αρχόντων; Ίσως εν μεν τη των Προ­τεσταντών έκαστον άτομον αποτελεί μίαν Εκκλησίαν, εν δε τη Δυτική όλην την Εκκλησίαν αποτελεί εν άτο­μον, ουχί πάντοτε το αυτό, αλλ' αείποτε έτερον».

Αλλά και η Ανατολή δεν εταλαιπωρήθη ολιγώτερον από τον παπισμόν. Ας ενθυμηθώμεν τας σταυροφορίας, τους βιαίους προσηλυτισμούς και τας εξοντώσεις Ορθοδόξων λαών, την επαίσχυντον ουνίαν, η οποία δια δολίων μέσων προσηλυτίζει ορθοδόξους εις τον παπισμόν. Όχι προ πολλών ετών η ουνία ιδρύσασα διαφόρων τύ­πων ουνιτικάς «εκκλησίας» κατέφαγε μέγα μέρος του Πατριαρχείου της Αντιοχείας. Πλήθος δε Σλαύων Ορθοδόξων βιαίως προσηρτώντο εις τον παπισμόν, οσά­κις αι πολιτικαί συνθήκαι επέτρεπον τούτο εις το Βατικανόν. Κατά τον Β' Παγκόσμιον πόλεμον 800.000 Ορθοδόξων Σέρβων εθανατώθησαν υπό των παπικών, διότι ηρνήθησαν να προσέλθουν εις τον παπισμόν. Σέρ­βοι Ορθόδοξοι διασωθέντες από τον θάνατον μου ωμίλησαν με φρίκην δια την φοβεράν γενοκτονίαν των Σέρ­βων Ορθοδόξων. Όλα δε αυτά εν ονόματι του «Αλαθή­του Τοποτηρητού» του Χριστού επί της γης.

Η αθεΐα εξ άλλου, που πλήττει σήμερον τον δυτικόν κόσμον, θεωρείται ως αντίδρασις εις την διεστραμμένην περί Θεού διδασκαλίαν των δυτικών. Αυτός ο ίδιος ο πα­πισμός ευρίσκεται εις πνευματικόν αδιέξοδον και φο­βεράν εσωτερικήν κρίσιν εκδηλουμένην και δια του αυτοαποσχηματισμού πολλών κληρικών του.

(Απόσπασμα από το βιβλίο «Ορθοδοξία και Παπισμός», ΙΕΡΑ ΜΟΝΗ ΟΣΙΟΥ ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ ΑΓΙΟΥ ΟΡΟΥΣ 1978)

Μια Καρδιά Μια Ψυχή

1045 xronia video 1.flv

Μόνιμο, διότι νόμιμο καθεστώς, η οικουμενικότης

Μη γίνεσθε σκλάβοι ανθρώπων

.

Υπάρ­χει στον πλα­νή­τη έ­νας τό­πος ό­που θάλ­λει ως κα­θε­στώς, μό­νι­μο διό­τι νό­μι­μο: η οι­κου­με­νι­κό­της.

Τό­πος τέ­τοιος δεν εί­ναι βε­βαί­ως ο Ο­Η­Ε, διό­τι ε­κεί σα­ρώ­νει το Συμ­βού­λιο Α­σφα­λεί­ας του. Και μέ­χρι να κα­ταρ­γη­θεί το Συμ­βού­λιο Α­σφα­λεί­ας, οι­κου­με­νι­κό­της δεν μπο­ρεί να υ­πάρ­ξει. Άλ­λω­στε, και με­τά α­πό την εν­δε­χο­μέ­νη του ε­ξα­φά­νι­ση, θα έ­πρε­πε να κα­ταρ­γη­θούν και οι ψη­φο­φο­ρί­ες α­πό τον Ο­Η­Ε. Με νό­μι­μο το νό­μι­μον, άλ­λω­στε, 51%-49%, κα­θε­στώς οι­κου­με­νι­κό­τη­τας δεν υ­φί­στα­ται. Κα­τα­τυ­ραν­νεί, α­πλώς, η δι­κτα­το­ρί­α της ψη­φο­φο­ρί­ας. Κι αν υ­πάρ­χει α­ντίρ­ρη­ση επ' αυ­τού, ας ρω­τή­σου­με το νι­κη­μέ­νο 49%, πώς νοιώ­θει...

Ού­τε το Ι­ντερ­νέτ, βε­βαί­ως, πα­ρά­γει οι­κου­με­νι­κό­τη­τα, διό­τι άλ­λο κυ­κλο­φο­ρί­α κι άλ­λο ευ­φο­ρί­α. Αλ­λά και το Οι­κου­με­νι­κό Πα­τριαρ­χεί­ο δεν πα­ρά­γει κα­θε­στώς οι­κου­με­νι­κό, διό­τι χρειά­ζε­ται να έ­χει ε­νο­ρί­ες. Χω­ρίς ε­νο­ρί­α, πα­τριαρ­χεί­ο Οι­κου­με­νι­κό δεν νο­εί­ται, ά­ρα, χω­ρίς κά­ποια του­λά­χι­στον ό­ρια, το Πα­τριαρ­χεί­ο παύ­ει υ­φι­στά­με­νο. Η οι­κου­με­νι­κό­της ό­μως εί­ναι έ­να κα­θε­στώς, που κα­ταρ­γεί το ό­ριον, εί­ναι πέ­ραν των ο­ρί­ων που θέ­τουν α­μοι­βαί­ως ή ε­τε­ρο­βα­ρώς οι άν­θρω­ποι, ό­πως π.χ. το τρα­γω­δί­ας ση­μα­ντι­κόν, «άρ­χο­μεν των ε­κεί, ί­να μη υ­πα­κού­ω­μεν άλ­λου»...

Η οι­κου­με­νι­κό­της, ως κα­θε­στώς για ό­λους τους κα­θε­στώ­τες, πρέ­πει να εί­ναι μί­α υ­πε­ρο­ρί­α, αλ­λοιώς ξα­να­πέ­φτει στο σύ­νο­ρο.

Το μό­νο, λοι­πόν, στον κό­σμο μη συ­νο­ρια­κό κα­θε­στώς, εί­ναι ο τρό­πος του Α­γί­ου Ό­ρους. Κι ό­μως έ­χει σύ­νο­ρα και μά­λι­στα πε­ριω­ρι­σμέ­να, α­φού αυ­τά ο­ρί­ζο­νται α­πό έ­ναν τό­πο μι­κρό κι έ­να κα­τά φύ­σιν ά­το­πον, δη­λα­δή την α­που­σί­α του θη­λυ­κού. Ο ό­ποιος ό­μως του βί­ου πλά­νης και των αν­θρω­πεί­ων γυ­ρο­λό­γος, αυ­τός, μό­λις πά­ρει α­ντί­δω­ρο το Ά­γιο Ό­ρος, γνω­ρί­ζει πια τι πά­ει να πει για τα σω­θι­κά­ του το «επ' ε­λευ­θε­ρί­α ε­κλή­θη­τε, α­δελ­φοί».

Που­θε­νά, σε κα­νέ­να κα­θε­στώς, δεν νοιώ­θεις τό­σο ε­λεύ­θε­ρος, τό­σο α­πε­λευ­θε­ρω­μέ­νος α­πό την «προς αλ­λή­λους των καθ' η­μέ­ραν ε­πι­τη­δευ­μά­των υ­πο­ψί­αν», που εί­ναι το τρα­γι­κό, ες α­εί, σύ­νο­ρο του θου­κυ­δι­δεί­ου κα­θε­στώ­τος για μια σώ­φρο­να συ­νύ­παρ­ξη με­τα­ξύ των εμ­φό­βων συ­μπαι­κτών του α­ντι­πά­λου δέ­ους. Ε­κεί, στο πε­ρι­βό­λι της Πα­να­γί­ας, κα­ταρ­γεί­ται η πε­ρί κα­θε­στώ­τος ορ­θο­φρο­σύ­νη, που ε­πι­τάσ­σει ό­τι «τα πά­ντα υ­πό δέ­ους ξυ­νί­στα­ται», ώ­στε αυ­τά τα πά­ντα, να μπο­ρούν να συ­νί­στα­νται ως κα­θε­στώς της ε­τε­ρό­τη­τας των συ­μπαι­κτών, δη­λα­δή ως κα­θε­στώς ε­λευ­θε­ρί­ας. Διό­τι, ε­κεί, υ­πό την σκέ­πην της Ε­λε­ού­σας, βλέ­που­με στο πε­τσί μας και την σάρ­κα των άλ­λων να λει­τουρ­γεί­ται σε καθ' ο­λο­κλη­ρί­αν κα­θη­με­ρι­νό­τη­τα, το άλ­λως α­νέ­φι­κτον πα­ντού, το α­ψη­λά­φη­το αλ­λού, να πε­τυ­χαί­νει το ε­πί­τευγ­μα, το πα­νη­γυρ­τζί­δι­κο αυ­τό, «Θέ­λω δε υ­μάς α­με­ρί­μνους εί­ναι». Να λει­τουρ­γεί­ται και να λει­τουρ­γεί η α­με­ρι­μνη­σί­α, δη­λα­δή να ε­φαρ­μό­ζε­ται ε­μπρά­κτως η οι­κου­με­νι­κή των πά­ντων ε­λευ­θε­ρί­α, που κα­ταρ­γεί το δέ­ος μου ε­νώ­πιον του φο­βι­σμέ­νου ε­νώ­πιόν μου Άλ­λου: ε­λευ­θε­ρί­α οι­κου­με­νι­κά α­μέ­ρι­μνη, που κα­ταρ­γεί τα σύ­νο­ρα. Ο φό­βος πα­ρά­γει πά­ντο­τε τα σύ­νο­ρα, ε­νώ η οι­κου­μέ­νη έ­ξω βάλ­λει τον φό­βον!

Υ­πάρ­χει έ­να συ­νε­χές «δω­ρε­άν» στο Ά­γιο Ό­ρος, που δεν μπο­ρείς να το κα­τα­λά­βεις, αν δεν νοιώ­σεις, ό­τι αυ­τό το «δω­ρε­άν δό­τε» εκ­ρέ­ει α­πό μια α­έ­να­η έ­κρη­ξη ε­λευ­θε­ρί­ας, που ε­κρή­γνυ­ται ε­κεί, μέ­σα α­πό μί­α συ­νε­χή εν­δορ­ρη­ξί­α της αν­θρω­πα­ρε­σκεί­ας και του ε­γώ. Το «ε­γώ» αυ­το­κε­νού­ται, ό­χι α­πλώς μέ­σα σ' έ­να κοι­νο­βια­κό «ε­μείς», αλ­λά σ' έ­να «ε­σύ» του πλη­σί­ον κι έ­τσι το κα­θε­στώς, ε­κεί, γί­νε­ται Δια­κο­νί­α. Και γνω­ρί­ζου­με -χω­ρίς ε­μείς να το πε­τυ­χαί­νου­με- ό­τι η Δια­κο­νί­α του πλη­σί­ον εί­ναι μια Οι­κου­με­νι­κό­της εν κι­νή­σει, που νι­κά το α­κί­νη­το σύ­νο­ρο του φό­βου.

Που­θε­νά αλ­λού, έ­ξω και πα­ντού, δεν βλέ­πεις να χτί­ζε­ται σκα­λί-σκα­λί, ε­κεί­νο το δυ­σθε­ώ­ρη­το αν­θρω­πί­νοις ο­φθαλ­μοίς το «υ­πέρ της ει­ρή­νης του σύ­μπα­ντος κό­σμου», ό­σο στο Πε­ρι­βό­λι της Πα­να­γί­ας.

Μια α­νει­ρή­νευ­τη προ­σευ­χή υ­πέρ του σύ­μπα­ντος της ει­ρή­νης, μια ει­ρη­νευ­μέ­νη κα­ταλ­λα­γή υ­πέρ του ε­μπο­λέ­μου σύ­μπα­ντος κό­σμου, τέ­τοια οι­κου­μέ­νη ει­ρή­νης ορ­γώ­νει, σπεί­ρει, αρ­δεύ­ει και συ­νά­γει αυ­τός ο θε­ό­δο­τος στύ­λος της υ­πο­μο­νής. Μια ει­ρή­νη που α­να­παύ­ει δι­καί­ους και α­δί­κους, διό­τι κα­ταρ­γεί το δί­κιο και το ά­δι­κο του κα­θε­νός, διά της κε­νω­τι­κής -υ­πέρ του οιου­δή­πο­τε δι­πλα­νού- α­γά­πης.

Και ό­ταν κα­θε­στη­κυ­ί­α τά­ξις γί­νε­ται η α­γά­πη, ε­κεί, τα σύ­νο­ρα πά­σχουν την «κα­λήν αλ­λοί­ω­σιν» και με­τα­μορ­φώ­νο­νται σε οι­κου­μέ­νη. Η α­γά­πη δεν γνω­ρί­ζει σύ­νο­ρα. Α­γά­πη κατ' ε­πι­λο­γήν, δη­λα­δή α­γά­πη με σύν­ο­ρα-ό­ρια, ση­μαί­νει ό­τι ζη α­κό­μη ο «ζο­φώ­δης έ­ρως της α­μαρ­τί­ας», δη­λα­δή η ε­πι­βο­λή της η­δο­νής του ε­νός ε­πί της η­δο­νής του Ε­τέ­ρου. Στο θε­ο­φρού­ρη­το πε­ρι­βό­λι, ως ει­ρή­νη ιε­ρουρ­γεί η α­γά­πη. Η α­γά­πη ό­μως ση­μαί­νει οι­κου­με­νι­κή α­γκα­λιά και η α­γκα­λιά δεν κά­νει δια­κρί­σεις: α­γκα­λιά­ζει. Πλα­στουρ­γεί οι­κου­μέ­νη. «Ει θέ­λοι, δύ­να­σαι ό­λος πυρ εί­ναι», μάς πα­ρο­τρύ­νει, α­γα­πη­τι­κά και πε­ρι­γε­λα­στι­κά το Γε­ρο­ντι­κόν, ό­μοια με τους γε­λα­στούς Γέ­ρο­ντες του Ό­ρους, που σε πρα­ΰ­νουν, κο­ρο­ϊ­δεύ­ο­ντας τρυ­φε­ρά την γε­ώ­δη σου τρυ­φή. Αν θέ­λεις... Αν θέ­λεις, μπο­ρείς να γί­νεις φω­τιά και να πυρ­πο­λή­σεις τα α­να­λώ­σι­μά σου, τα νευ­ρω­σι­κά σου τα φθαρ­τά, αυ­τά που σε πνί­γουν μέ­σα στη συσ­σώ­ρευ­ση των φθαρ­τών, μέ­σα σου. Αν θες, αν α­ντέ­χεις την α­ρι­στο­κρα­τι­κή σου έ­κρη­ξη, σπά­στα ό­λα! Ό­λα τα α­να­λώ­σι­μά σου, πέ­τα­ξέ τα ό­λα και, ει θέ­λοι, πέ­τα­ξε! Πο­τέ και που­θε­νά αλ­λού δεν α­κούγε­ται ως βρο­ντή ε­λευ­θε­ρί­ας και πρά­ξη υ­ψο­ποιού κε­νώ­σε­ως ο ε­πι­νί­κιος ύ­μνος, ναι, «τα Σα εκ των σων σοι προ­σφέ­ρο­μεν κα­τά πά­ντα και διά πά­ντα». «Ναι» στην α­πε­λευ­θέ­ρω­ση του σαρ­κί­ου μας α­πό το σαρ­κί­ον μας, ά­ρα, «ναι», στην οι­κου­μέ­νη της ε­ρω­τι­κής Με­το­χής.

Στην Α­γί­α α­νη­φό­ρα του Ό­ρους, ό­λα τα «υ­λι­κά α­γα­θά», αλ­λά και ό­λα τα ά­υ­λα «α­γα­θά», ό­πως η πρω­τιά, το αρ­χη­γη­λί­κι, η αν­θρω­πα­ρέ­σκεια, ό­λα τους παίρ­νουν την κα­τη­φό­ρα και κα­τα­ντούν ε­κεί στη θά­λασ­σα το Ό­ρους, στα ψά­ρια που τρέ­φουν τους Μο­να­χούς και ε­μάς τους μο­να­χούς. Το πε­ρι­βό­λι της Κου­ρο­τρό­φου α­νή­κει σε ό­λους, Οι­κου­με­νι­κή ι­διο­κτη­σί­α της Παγ­γε­νη­άς και της Λα­ο­θά­λασ­σας, μας τρέ­φει ό­λους, ό­λους μας ντύ­νει και μας στο­λί­ζει. Ί­σους και α­ρι­στο­κρά­τες, Ο­μοί­ους, κα­τά Διά­κρι­σιν πά­ντο­τε της ζω­ο­ποιού μας νε­κρώ­σε­ως: ό­σο πιο πο­λύ το μα­δάς και το ψο­φάς μέ­σα σου το «δι­κό μου και δι­κό σου», τό­σο πλου­σιώ­τε­ρος γί­νε­σαι κι α­να­κα­λύ­πτεις και μέ­σα σου και προς τα έ­ξω σου, έ­να άλ­λου εί­δους αρ­χη­γη­λί­κι, πα­ρα­μυ­θια­σμέ­νο α­πό την υ­ψο­ποιόν σου κέ­νω­σιν και σαλ­τα­ρι­σμέ­νο προς την θέ­ω­σιν.

«Τα σα εκ των σων», προς τον κά­θε πλη­σί­ον δι­πλα­νό μας! Ό­λα δι­κά του ας εί­ναι! Και γι' αυ­τόν τον πλη­σί­ον, ό­λα δι­κά μου πρέ­πει να εί­ναι! «Αλ­λή­λων ι­σό­δου­λοι, αλ­λή­λων κύ­ριοι... εν τη α­μά­χω ε­λευ­θε­ρί­α» μας... Έ­να πα­νη­γυρ­τζί­δι­κο μη­δέν-μη­δέν ή κα­λύ­τε­ρα, μία διαρ­κής ι­σο­πα­λί­α α­νά­με­σα σε δύ­ο ε­γω­πά­θειες, για έ­να γιορ­τα­στι­κό έ­να-έ­να! Διαρ­κής «με­τά­δο­σις», «α­ντί­δο­σις» ό­λων προς ό­λα και ό­λους, «σοι προ­σφέ­ρο­μεν κα­τά πά­ντα και διά πά­ντα», μό­νον τό­σο-πο­λύ, μό­νον συ­νε­χώς ε­κεί, στο Ά­γιον Ό­ρος.

Ε­κεί, μό­νον τό­σο ε­κεί, και μό­νον τό­σο πο­λύ, ζη και βα­σι­λεύ­ει το οι­κου­με­νι­κό κοι­νω­νι­κο-πο­λι­τεια­κό Κα­θε­στώς τού «δεν υ­πάρ­χουν δι­κά σου και δι­κά μου»! Το α­γιο­ρεί­τι­κο κοι­νω­νί­ας «σύ­στη­μα» δεν εί­ναι ού­τε «κε­φα­λαιο­ποι­η­τι­κό» ού­τε «α­να­δια­νε­μη­τι­κό». Εί­ναι κοι­νω­νι­κής α­σω­τεί­ας ο­λο­ποι­η­τι­κόν. Ό­λοι τους ποι­η­τές του Προ­σφό­ρου, οι κα­λό­γη­ροι ποιούν συ­νε­χώς το Ό­λον. Και το προ­σφέ­ρουν Πρό­σφο­ρον προς ό­λους, κα­τά πά­ντα και διά πά­ντα, μέ­σα α­πό την κα­θη­με­ρι­νή τους α­πο­γύ­μνω­ση και της Παγ­γε­νη­άς τους το οι­κου­με­νι­κό πα­νη­γύ­ρι, γιορ­τή κα­θη­με­ρι­νή και δια-σκέ­δα­ση (δια-σκε­δάν­νυ­μι)- σκόρ­πι­σμα, α­σω­τεί­α «υ­πέρ της ει­ρή­νης του σύ­μπα­ντος κό­σμου... τα Σα εκ των σων»...

Μό­νον στο πε­ρι­βό­λι της Βρε­φο­κρα­τού­σας κα­τα­λα­βαί­νεις πό­σο νη­πιώ­δης νεύ­ρω­ση εί­ναι να γί­νε­σαι μί­ζε­ρος ι­διο­κτή­της, κτή­ρωρ του ι­δί­ου, ε­νώ, αν πε­τά­ξεις τις κτή­σεις και κα­τα­κτή­σεις σου τις «ί­διες», μπο­ρείς να γί­νεις Κτί­τωρ-πρω­το­μά­στο­ρας του α­ϊ­δί­ου που, δυ­νά­μει, κα­τοι­κο­ε­δρεύ­ει ε­ντός σου και για τα έ­ξω σου. «Το δε ε­μόν και το σον τού­το, ρή­μα­τά ε­στί ψι­λά μό­νον», ψι­λά γράμ­μα­τα για παί­κτες με α­πο­ψι­λω­μέ­νη λο­γι­κή. Μό­νον ό­σο α­πο­ψι­λώ­νεις το «ε­μόν» και το «σον», μό­νον με την α­πο­ψί­λω­ση του ε­δά­φους και του υ­πε­δά­φους σου α­πό τού­τα τα «ψι­λά ρή­μα­τα», που σου χα­ϊ­δεύ­ουν το μα­λα­κό σου υ­πο­γά­στριο, μό­νον έ­τσι γί­νε­σαι αρ­χη­γός της Οι­κου­μέ­νης και παί­ζεις στον με­γά­λο τε­λι­κό. Αλ­λοιώς, πα­ρα­μέ­νεις πά­ντο­τε ε­παρ­χια­κός πρού­χο­ντας και μι­κρο­με­σαί­ος ντα­βα­τζής. Κι ό­σο πιο πο­λύ μέ­νεις κολ­λη­μέ­νος στα εί­δη δια­τι­μή­σε­ως, τό­σο πιο πο­λύ γί­νε­σαι δού­λος των αν­θρώ­πων, για­τί πρέ­πει να τους κο­λα­κέ­ψεις, να τους υ­πο­τά­ξεις, να τους ε­ξα­γο­ρά­σεις και, τό­τε, χά­νεις την Οι­κου­μέ­νη που έ­χεις μέ­σα σου και έ­ξω σου. Στο Ά­γιο Ό­ρος πα­ρά­γε­ται μια παρα­γω­γι­κό­τη­τα κι έ­να υ­περ­προ­ϊ­όν, που ε­πι­βάλ­λει έ­να ο­λο­κλη­ρω­τι­κό κα­θε­στώς, ό­που «η τι­μή, τι­μή δεν έ­χει». Ό­που η τι­μή εί­ναι το μό­νο, κα­θο­λι­κό, ε­νι­κώ­τα­το και οι­κου­με­νι­κό «α­γα­θό», α­δια­τί­μη­το.

Στο Ά­γιο Ό­ρος, πα­ντού κι εδώ, «...τι­μής η­γο­ρά­σθη­τε. μη γί­νε­σθε δού­λοι αν­θρώ­πων».

Συγγραφέας: Κ. Ζουράρις

γ. Παΐσιος: Αν τα υλικά πράγματα δε μοιράζονται με το Ευαγγέλιο, θα μοιραστούν με το μαχαίρι

02.jpg

...Μία φορά σκανδαλισμένος με έναν πνευματικό που ήθελε να επιβάλει τις πολιτικές του πεποιθήσεις σ' ένα πνευματικοπαίδι του, πήγα να ρωτήσω σχετικά το γέροντα.

Για μένα χέρι που δεν κάνει το σταυρό, είτε «δεξιό» είτε «αριστερό»... το ΙΔΙΟ είναι. Δεν έχουν καμία διαφορά.

...Να κοιτάτε να μαθαίνετε ποιοι είναι τίμιοι άνθρωποι, δίκαιοι και αυτούς να ψηφίζετε. Σήμερα έχουμε ανάγκη όχι από έξυπνους αλλά από τίμιους ανθρώπους.

Εγώ, αν οι κομμουνιστές δεν ήταν άθεοι, και δεν κυνηγούσαν τον Χριστό, θα συμφωνούσα μαζί τους.

Καλό είναι τα χωράφια, τα εργοστάσια να ανήκουν σε όλους...

Όχι κάποιος να πεινάει και κάποιος να πετάει.

Αν τα υλικά πράγματα δε μοιράζονται με το Ευαγγέλιο, στο τέλος θα μοιραστούν με το μαχαίρι.

Απόσπασμα από το βιβλίο: «Ο πατήρ Παΐσιος μου είπε» του Αθ. Ρακοβαλή, Εκδόσεις "Ορθόδοξος Κυψέλη", σελ. 84 - 89

ΣΗΜΑΝΤΙΚΟ ΔΙΕΘΝΕΣ ΘΕΟΛΟΓΙΚΟ ΣΥΝΕΔΡΙΟ ΑΠΟ ΤΗΝ ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΘΕΛΟΓΙΚΩΝ ΣΠΟΥΔΩΝ


Παραθέτω στη συνέχεια ένα δελτίο τύπου της Ακαδημίας Θεολογικών Σπουδών της Μητροπόλεως Δημητριάδος για ένα ακόμη διεθνές, εξόχως σημαντικό, θεολογικό συνέδριο που διοργανώνει. Θεωρώ ότι το έργο της είναι πρωτοποριακό και εύχομαι να συνεχίσει στην ίδια λογική, δηλ. άνοιγμα προς την όλη Ορθοδοξία και τη Χριστιανοσύνη.

Η Ακαδημία Θεολογικών Σπουδών σε συνεργασία με το Πρόγραμμα Ορθοδόξων Σπουδών του Fordham University (Νέα Υόρκη), την Έδρα Ορθοδόξου Θεολογίας του Πανεπιστημίου του Münster (Γερμανία) και το Ρουμανικό Ινστιτούτο Διορθοδόξου, Διαχριστιανικού και Διαθρησκειακού Διαλόγου (INTER) Cluj-Napoca οργανώνει διεθνές συνέδριο με θέμα: Νεο-πατερική σύνθεση ή «Μετα-πατερική» Θεολογία: Το αίτημα της θεολογίας της συνάφειας στην Ορθοδοξία. Το συνέδριο αυτό εντάσσεται στο πλαίσιοτου φετινού προγράμματος της Ακαδημίας με γενικό θέμα: Η Ορθοδοξία στον 210 αιώνα.

Ο 20ος αιώνας υπήρξε για την Ορθοδοξία μια περίοδος σημαντικών αλλαγών και ανακατατάξεων. Για πρώτη φορά, έπειτα από πολλούς αιώνες, με την αφορμή της οικουμενικής κίνησης και στο πλαίσιο κυρίως της ορθόδοξης διασποράς, η ορθόδοξη θεολογία βγήκε από την εσωστρέφεια και την ομολογιακή της περιχαράκωση ερχόμενη σε διάλογο με τις άλλες μεγάλες χριστιανικές παραδόσεις και με τις προκλήσεις του μοντέρνου κόσμου. Αυτή η ελπιδοφόρα πορεία ανανέωσης της Ορθοδοξίας συνδέθηκε στενά με τη λεγόμενη «νεο-πατερική σύνθεση» και με μεγάλα θεολογικά αναστήματα όπως ο π. Γεώργιος Φλωρόφσκυ, ο Βλαδίμηρος Λόσκι, και τη συμβολή Ελλήνων θεολόγων όπως ο Νίκος Νησιώτης, ο Σάββας Αγουρίδης, ο π. Ιωάννης Ρωμανίδης, ο Σεβ. Μητρπολίτης Περγάμου Ιωάννης Ζηζιούλας, ο Χρήστος Γιανναράς, κ. ά.

Η ορθόδοξη θεολογία έχει συχνά χαρακτηρισθεί ως παραδοσιακή, παραπέμποντας έτσι στη βασική πηγή εμπνευσής της και το πλαίσιο διαμόρφωσής της. Πρόκειται για την πλούσια πατερική της παράδοση, η οποία συχνά τείνει να απολυτοποιείται σε ένα είδος μοναδικού, αν όχι και αλάθητου, κριτηρίου αλήθειας και «ορθοδοξίας». Παρατηρείται έτσι στις μέρες μας το φαινόμενο η ορθόδοξη θεολογία να θεολογεί προσκολλημένη σε μεθόδους και αρχές που προϋποθέτουν ένα τελείως διαφορετικό κοσμοείδωλο, όπως αυτό λ.χ. της βυζαντινής εποχής, ενώ η γλώσσα και ο λόγος της συνδέεται σε μεγάλο βαθμό, αν όχι και αποκλειστικά, με τις κατηγορίες σκέψης της ελληνικής φιλοσοφίας και οντολογίας.

Σήμερα δεν γίνεται εύκολα αντιληπτό ότι η σπουδαία σε σημασία πατερική παράδοση, δεν υπήρξε ποτέ ένα μονολιθικό, ανιστορικό και αμετάβλητο κατασκέυασμα, αλλά ότι διαρκώς ανακαινιζόταν με τη χάρη του Πνεύματος, προσλάμβάνοντας και αγιάζοντας τα εκάστοτε και εκασταχού νέα πολιτισμικά, κοινωνικά και ιστορικά δεδομένα. Αυτή η δυναμική φαίνεται σήμερα να έχει μάλλον ατονήσει ή και συσκοτισθεί, με αποτέλεσμα η θεολογία να προβάλλει συνήθως ως ένα απηρτισμένο κλειστό σύστημα, έξωθεν ερχόμενο, αν όχι και επιβαλλόμενο, που με τη μεθοδολογία, τη γλώσσα και το λόγο οριστικά και αμετάκλητα ξεπερασμένων εποχών επιχειρεί τάχα να προσφέρει στο σήμερα την «καλή αγγελία» για τη σωτηρία της κτίσης και του ανθρώπου.

Οι παραπάνω διαπιστώσεις εισάγουν το κεντρικής σημασίας ερώτημα, για το εάν και κατά πόσο μπορεί η Ορθοδοξία παραμένοντας πιστή στην πλούσια πατερική της παράδοση να διαλεχθεί ή, μάλλον, να σαρκωθεί στον μετανεωτερικό κόσμο του 21ου αιώνα, κατά το πρότυπο του σαρκωθέντος Κυρίου της, αναλαμβάνοντας έτσι στην πράξη τις θεολογικές, ανθρωπολογικές αλλά και ιστορικές/πολιτισμικές συνέπειες που απορρέουν από το γεγονός της Σάρκωσης. Με άλλα λόγια, το κεντρικό ζήτημα που τίθεται είναι εάν υπάρχει ενδογενώς η δυνατότητα για την ορθόδοξη θεολογία να λειτουργήσει όχι μόνο ως παραδοσιακή αλλά και ως συναφειακή. Το ερώτημα, όμως, αυτό δεν μπορεί να απαντηθεί ούτε εύκολα αλλά ούτε και μονοδιάστατα. Απαιτεί σοβαρή και κυρίως ειλικρινή, χωρίς προκαταλήψεις, εργασία μέσα στους κόλπους της ορθόδοξης θεολογίας, προκειμένου να αναδειχθούν εκ νέου τα στοιχεία εκείνα που συνέβαλαν στη διαμόρφωση της φυσιογνωμίας της πατερικής παράδοσης που για την εποχή της λειτούργησε περισσότερο ως συναφειακή παρά ως παραδοσιακή μορφή θεολογίας. Θα τολμήσει η Εκκλησία να σαρκώσει στο μετανεωτερικό μας κόσμο την αιώνια αλήθεια του Ευαγγελίου, προσλαμβάνοντας κριτικά και δημιουργικά τη σάρκα ακριβώς του μετανεωτερικού κόσμου, και όχι κάποιας μακρινής ή και χιμαιρικής «χριστιανικής» κοινωνίας;

Στο Διεθνές Συνέδριο από τις 3 έως τις 6 Ιουνίου στο Βόλο με θέμα: «Νεο-πατερική σύνθεση ή “μετα-πατερική” θεολογία», θα λάβουν μέρος κορυφαίοι ορθόδοξοι θεολόγοι, επίσκοποι, κληρικοί και λαϊκοί, κοσμήτορες και καθηγητές ορθοδόξων θεολογικών σχολών απ΄όλο τον κόσμο, που θα λαμπρύνουν με την παρουσία τους την Ακαδημία Θεολογικών Σπουδών, την Μητρόπολη Δημητριάδος και την πόλη του Βόλου.

Δείτε το αναλυτικό πρόγραμμα του Συνεδρίου εδώ.

ΣΥΝΑΝΤΗΣΗ ΣΤΗΝ ΠΟΛΗ - ΤΟ ΠΑΡΟΝ ΚΑΙ ΤΟ ΜΕΛΛΟΝ

φωτό: Ν. Μαγγίνας
Του Κωνσταντίνου Τσιτσελίκη
Επίκουρου καθηγητή στο Πανεπιστήμιο Μακεδονίας
Τα Νέα

ΑΛΛΑΓΗ ΠΡΟΟΠΤΙΚΗΣ ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΡΩΜΙΟΥΣ ΠΟΥ ΖΟΥΝ ΜΟΝΙΜΑ Ή ΚΑΙ ΠΕΡΙΣΤΑΣΙΑΚΑ ΣΤΗΝ ΤΟΥΡΚΙΑ. ΚΑΝΟΥΝ ΣΤΡΟΦΗ ΕΚΣΥΓΧΡΟΝΙΣΤΙΚΗ ΚΑΙ ΕΓΚΑΤΑΛΕΙΠΟΥΝ ΤΗΝ ΕΘΝΙΚΙΣΤΙΚΑ ΜΟΝΙΣΤΙΚΗ ΚΑΙ ΑΝΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΙΚΗ ΘΕΩΡΗΣΗ ΤΟΥ ΠΑΡΕΛΘΟΝΤΟΣ ΠΡΟΚΕΙΜΕΝΟΥ ΝΑ ΕΚΜΕΤΑΛΛΕΥΤΟΥΝ ΤΙΣ ΕΥΚΑΙΡΙΕΣ ΤΟΥ ΠΑΡΟΝΤΟΣ ΚΑΙ ΤΟΥ ΜΕΛΛΟΝΤΟΣ
«Oι εδώ εναπομείναντες Ρωμηοί, ως και πάντες των λοιπών μειονοτήτων, έχομεν δικαίωμα εις το μέλλον τούτο. Και ευελπιστούμεν, ότι πάσα Πολιτεία, σχεδιάζουσα το μέλλον της με νηφαλιότητα και ορθοφροσύνην, πέρα των φανατισμών και των προκαταλήψεων και των πρόσκαιρων και ματαίων σκοπιμοτήτων, θα θέτη τους προγραμματισμούς της υπό το φώς, καρπός του οποίου είναι η αγαθοσύνη, η δικαιοσύνη και η αλήθεια».
Τα λόγια αυτά του Οικουμενικού Πατριάρχη Βαρθολομαίου σηματοδοτούν μια αλλαγή πλεύσης στην κυρίαρχη ρητορική σχετικά με τους Ρωμιούς της Πόλης, αλλά και τους λίγους εκείνους της Ιμβρου και Τενέδου, ρητορική που με εμμονή ανατρέχει στο παρελθόν, στις μνήμες μεγαλείου και δύναμης, αλλά και στην οδυνηρή σμίκρυνση των μεγεθών, πληθυσμού, σχολείων και ιδιοκτησιών, στις καταπιεστικές πολιτικές των τουρκικών κυβερνήσεων και στην αμφιλεγόμενη στάση της «μητέρας πατρίδας».
Αυτή η ρητορική του μνημοσύνου, όσο και εάν είναι τεκμηριωμένη, παραγνωρίζει τη ζωντανή πραγματικότητα που συνθέτουν οι σημερινοί Ρωμιοί, είτε ζουν στην Τουρκία μόνιμα είτε περιστασιακά, και αδιαφορεί για το μέλλον. Κόντρα στο πνεύμα αυτό, ομάδα Ρωμιών, υπό τον Σύνδεσμο Αποφοίτων Ζωγραφείου και υπό την αιγίδα του Οικουμενικού Πατριάρχη, εδώ και λίγο καιρό άνοιξε μια δημόσια συζήτηση για όλα τα ζητήματα που αφορούν τη μειονότητα στρέφοντας το βλέμμα προς το μέλλον. Το τριήμερο συνέδριο που πραγματοποιήθηκε το καλοκαίρι 2006 υπήρξε πρωτοφανές και ελπιδοφόρο: ήταν η πρώτη φορά που η κοινότητα υποδέχθηκε νέες ιδέες και προτάσεις που διατυπώθηκαν στη βάση συγκροτημένης έρευνας (όπως δημογραφία, βακούφια, κοινοτική οργάνωση και εκπαίδευση).

Το βιβλίο Συνάντηση στην Πόλη. Το παρόν και το μέλλον καταγράφει ό,τι συζητήθηκε, τις 29 εισηγήσεις, τα προλογικά κείμενα και τις πολυάριθμες παρεμβάσεις των συλλόγων και εφημερίδων Κωνσταντινούπολης, Ιμβρου, Τενέδου και της διασποράς. Αυτό από μόνο του καθιστά το βιβλίο πολύτιμο. Η προστιθέμενη αξία του είναι ότι το ίδιο το βιβλίο αποτελεί πεδίο αναφοράς των νέων αντιλήψεων που άρχισαν πλέον να υλοποιούνται στο πνεύμα του εξορθολογισμού και της αυτο-οργάνωσης της κοινότητας. Αλλά και της αυτογνωσίας της μειονότητας, η οποία δείχνει ότι πιάνει τον σφυγμό των μεταβολών που είναι πια ορατές στο δικό της σώμα αλλά και στην ευρύτερη τουρκική κοινωνία. Κατέστη προφανές ότι η συζήτηση για το παρόν και το μέλλον, δηλαδή η διερεύνηση των πρακτικών και θέσεων που συνθέτουν τα κακώς κείμενα, δεν μπορεί να προέρχεται μόνον από την τουρκική διοίκηση, αλλά θα πρέπει να συμπεριλάβει και τα εσωτερικά πράγματα των ρωμαίικων κοινοτήτων, με όρους πολιτικούς, οικονομικούς, κοινωνικούς.
Τα θέματα που ταλανίζουν τους Ρωμιούς της Τουρκίας είναι πολλά, συχνά εκκρεμότητες του παρελθόντος που δεν έχουν διευθετηθεί. Ενα από τα θέματα αυτά αφορά τα κοινοτικά ιδρύματα (βακούφια), η περιουσία των οποίων είναι κομβικής σημασίας για τη συντήρηση των κοινοτικών θεσμών. Ωστόσο, τα βακούφια, αν και νομικές οντότητες που δημιουργήθηκαν δευτερογενώς για να εξυπηρετούν τις κοινότητες, επισκιάζουν τα ζωντανά υποκείμενα της μειονότητας, τις κοινότητες και το Οικουμενικό Πατριαρχείο, τα οποία στερούνται νομικής υπόστασης.
ΔΙΕΚΔΙΚΗΣΕΙΣ ΚΑΙ ΣΤΟΧΟΙ
Η ρωμαίικη μειονότητα στηριγμένη στις δικές της δυνάμεις, που αρχίζουν να ανασυντάσσονται σε πραγματική βάση και όχι μέσω της αναμέτρησης με το παρελθόν της, θα μπορούσε να αρθρώσει μια σειρά από διεκδικήσεις που θα αποσκοπούσαν στην επίτευξη:
1 Μίας και ενιαίας νομικής προσωπικότητας της ίδιας της μειονότητας.
2 Της νομικής προσωπικότητας των κοινοτήτων και του Πατριαρχείου.
3 Της σταδιακής ενοποίησης των κοινοτήτων και των βακουφίων, της εκκαθάρισης των πολυάριθμων εκκρεμών υποθέσεών τους.
4 Μιας εκπαίδευσης σύγχρονης που θα έχει στόχο να προσφέρει ουσιαστική μόρφωση στα παιδιά και όχι απλά να ανταποκρίνεται στις τυπικές προδιαγραφές του «μειονοτικού σχολείου» κατά το ισχύον θεσμικό πλαίσιο.
5 Της απεξάρτησης των μειονοτικών πραγμάτων από τα βάρη της αμοιβαιότητας. Η δημοκρατική διαδικασία διαλόγου για τη διαμόρφωση, σύνθεση και σύνταξη προτάσεων από την πλευρά της μειονότητας (αλλά και της τουρκικής διοίκησης), όπως και η αναζήτηση ερεισμάτων στην ευρύτερη τουρκική κοινωνία είναι απαραίτητες προϋποθέσεις αναδιάταξης και αξιοποίησης του ενεργού ανθρώπινου δυναμικού της μειονότητας, το ίδιο και η διαμόρφωση φιλελεύθερων πολιτικών και δικαίου.

Το βιβλίο προσφέρει πολλά ερεθίσματα για σκέψη γύρω από τις νέες δυναμικές και προοπτικές που δημιουργούνται, καθώς τόσο οι Ρωμιοί όσο η Τουρκία αλλάζουν. Η ρωμαίικη κοινότητα ήδη διεκδικεί το δικαίωμα στο μέλλον, όχι χωρίς κόστος και αντιστάσεις, δείχνοντας ότι μπορεί να απαλλαχθεί από τις αγκυλώσεις του παρελθόντος μέσα σε ένα περιβάλλον περισσότερο ανεκτικό και φιλελεύθερο.

Αρχιεπίσκοπος Κύπρου : «Δεν είμεθα λιγότερο Ορθόδοξοι ούτε από τον Άγιο Λεμεσού ούτε από τον Άγιο Κυρηνείας ή από οποιονδήποτε άλλο...»

Αρχιεπίσκοπος κατά διαφωνούντων με την επίσκεψη του Πάπα

Δεν είμεθα λιγότερο Ορθόδοξοι ούτε από τον Αγιο Λεμεσού ούτε από τον Αγιο Κυρηνείας ή από οποιονδήποτε άλλο και οφείλουν να το καταλάβουν, διαφορετικά θα απομονωθούν και θα μείνουν μόνοι τους. Αν επιθυμούν να μείνουν μόνοι τους ας μείνουν, δήλωσε σήμερα ο Αρχιεπίσκοπος Χρυσόστομος Β’ ερωτηθείς σε σχέση με σημερινό δημοσίευμα της εφημερίδας ο ''Φιλελεύθερος'', σύμφωνα με το οποίο τα βήματα του Μητροπολίτη Λεμεσού, ο οποίος θα απουσιάσει από την τελετή υποδοχής του Πάπα Βενέδικτου στις αρχές Ιουνίου, θα ακολουθήσουν, σύμφωνα με πληροφορίες, και άλλοι τουλάχιστον τέσσερεις αρχιερείς, οι Μητροπολίτες Κυρηνείας, Τριμυθούντος, Καρπασίας και Αμαθούντος.

«Στην Εκκλησία υπάρχει δημοκρατία, υπάρχει ελευθερία λόγου και μπορεί ο καθένας να λέει την άποψή του αλλά δεν μπορεί ο καθένας να κάνει του κεφαλιού του. Αποφασίζει η Σύνοδος και η απόφαση της Συνόδου είναι υποχρεωτική για όλους. Αν θέλουν την Εκκλησία να στέκει ψηλά και να ομονοεί και να κατευθύνει σωστά το λαό μας οφείλουν να πειθαρχούν στις αποφάσεις της Συνόδου», ανέφερε.

«Εχουμε επισκεφθεί πέντε αρχιερείς το Βατικανό και δεν νομίζω ότι έχει αλλάξει η πίστη μας ή πουλήσαμε την Ορθοδοξία μας. Δεν είμεθα εμείς λιγότερο Ορθόδοξοι ούτε από τον Αγιο Λεμεσού ούτε από τον Αγιο Κυρηνείας ή από οποιονδήποτε άλλο και οφείλουν να το καταλάβουν διαφορετικά θα απομονωθούν, θα μείνουν μόνοι τους. Αν επιθυμούν να μείνουν μόνοι τους ας μείνουν. Η Εκκλησία είναι δίκαιη αλλά αυστηρή. Οποιου δεν αρέσει να μείνει στο σπίτι το δικό του. Αυτή είναι η άποψη η δική μου», είπε.

Ερωτηθείς για την εγκύκλιο που εξεδόθη για την επίσκεψη του Πάπα, ο Αρχιεπίσκοπος είπε πως την υπέγραψαν όλοι και ήταν όλοι ομόφωνοι «γιατί είπαμε να απευθυνθούμε στο λαό μας για να μην τον παραπλανήσει κανείς και κακώς, χείριστα, έπραξε ο Αγιος Λεμεσού που έκαμε δηλώσεις», ανέφερε και πρόσθεσε: “o ίδιος να πιστεύει ό,τι θέλει δικαιούται, αλλά δεν δικαιούται να βγαίνει στα ΜΜΕ και να σκανδαλίζει το λαό μας. Αυτή τη στιγμή εκείνος έκαμε σκανδαλισμό και όχι ο Πάπας”.

Ερωτηθείς πώς σκέφτεται να αντιδράσει εάν συνεχιστεί αυτή η κατάσταση, ο Αρχιεπίσκοπος ανέφερε πως η Εκκλησία αποφασίζει συνοδικώς και δεν έχει καμία έγνοια ότι η Σύνοδος δεν θα αποφασίζει εκάστοτε σωστά.

“Οντως υπάρχουν μερικοί που διαφοροποιούν τις απόψεις τους, αλλά δεν μπορούν να κάνουν ό,τι τους κατέβει. Οφείλουν πειθαρχία στη Σύνοδο. Πολλές φορές και εγώ δεν συμφωνώ με κάτι που θέλει η πλειοψηφία, αλλά πείθομαι στην απόφαση της πλειοψηφίας. Δεν μπορεί ο καθένας να κάνει ό,τι θέλει. Αν θέλουν μπορούν να μείνουν στις Μητροπόλεις τους. Αν θέλουν να απομονωθούν ας απομονωθούν, δουλειά δική τους”, είπε.

Απαντώντας σε άλλη ερώτηση, ο Αρχιεπίσκοπος είπε πως η τακτική Σύνοδος θα γίνει προ της αφίξεως του Πάπα την προσεχή Τρίτη και Τετάρτη και «άρα θα τεθεί το θέμα οπωσδήποτε».

Ανέφερε, εξάλλου, πως ήδη έχει αποφασιστεί από την προηγούμενη συνεδρία της Συνόδου ποιοι θα υποδεχθούν τον Πάπα στην Πάφο και ποιοι στην Αρχιεπισκοπή.

Ερωτηθείς αν μεταξύ αυτών είναι και κάποιοι από όσους αντιδρούν απάντησε αρνητικά, σημειώνοντας πως «καλέσαμε όσους θέλουν και ήδη δήλωσαν, που είναι αρκετοί, και μερικοί που υποδεχθούν τον Πάπα στην Πάφο, όπως εγώ, θα τον υποδεχθούν και εδώ».

Ερωτηθείς αν οι διαφωνούντες δεν εκδήλωσαν ενδιαφέρον, ο Αρχιεπίσκοπος απάντησε καταφατικά, σημειώνοντας πως «αυτό ήταν παραδεχτό και είπαμε ως Σύνοδος: ‘ώρα σας καλή’. Δεν θέλετε να έλθετε να μην έλθετε, διότι η συντριπτική πλειοψηφία της Συνόδου θα είναι παρούσα».

«Αλλά δεν καταλαβαίνω γιατί βγαίνουν δημόσια να σκανδαλίσουν το λαό μας», είπε.

Ερωτηθείς αν αυτές οι τοποθετήσεις μπορεί να ενθαρρύνουν επεισόδια από λαϊκούς, ο Αρχιεπίσκοπος ανέφερε: «Πιστεύω ναι, μπορούν να πάρουν θάρρος αλλά δεν ανησυχώ γιατί ο Πάπας είναι προσκεκλημένος της Κυβέρνησης και οφείλει η Κυβέρνηση να προστατέψει τον φιλοξενούμενο. Δεν έχω καμίαν ανησυχία γιατί μπορεί ο άλλος να πιστεύει ό,τι θέλει, αλλά και δεν έχει δικαίωμα να πάει να προσβάλει κάποιον φιλοξενούμενο. Αυτό πρέπει να το καταλάβουν οι πάντες. Εκτός αν θέλουν αναμέτρηση με την Αστυνομία. Τότε θα την έχουν».

Πρωτοπρ. Θεόδωρος Ζήσης, Η ουνία ως πρότυπο ψευδούς ενότητος

Πρωτοπρεσβύτερος Θεόδωρος Ζήσης

Η ΟΥΝΙΑ ΩΣ ΠΡΟΤΥΠΟ ΨΕΥΔΟΥΣ ΕΝΟΤΗΤΟΣ ΤΑ ΟΡΙΑ ΤΗΣ ΠΟΙΚΙΛΟΜΟΡΦΙΑΣ ΣΕ ΣΧΕΣΗ ΜΕ ΤΗΝ ΕΝΟΤΗΤΑ[1]

Ένα βασικό γνώρισμα του προηγουμένου αιώνος, του εικοστού, ήταν η προσπάθεια να επανεύρει ο χριστιανικός κόσμος την ενότητά του. Μετά την απόσχιση του Παπισμού από την Εκκλησία στις αρχές της δεύτερης χιλιετίας (1054) και την εν συνεχεία απόσχιση των Προτεσταντών από τον Παπισμό, τον 16ο αιώνα, Ανατολή και Δύση ήσαν βαθύτατα διηρημένες, η δε Δύση πολυδιασπασμένη καθ εαυτήν.

Η Εκκλησία βέβαια δεν έχασε ούτε την ενότητα ούτε την καθολικότητα, την ολοκληρία της· η αίρεση και το σχίσμα πληγώνουν και τραυματίζουν το σώμα της Εκκλησίας, δεν την διαιρούν όμως ούτε την χωρίζουν, όπως δεν διαιρείται ένα δένδρο, αν αποκοπεί ένα από τα κλαδιά του. Από της πλευράς αυτής οι χρησιμοποιούμενοι όροι «αδιαίρετη Εκκλησία» των δέκα πρώτων αιώνων και«ένωση των εκκλησιών» είναι εσφαλμένοι. Η Εκκλησία είναι πάντοτε αδιαίρετη και μετά το σχίσμα του 1054, και μετά από οποιοδήποτε σχίσμα. Δεν υπάρχουν έπειτα πολλές εκκλησίες για να ενωθούν. Υπάρχει μόνον η «Μία Αγία, Καθολική και Αποστολική Εκκλησία», που συνεχίζει αδιαίρετα και αδιάκοπα τη ζωή της στην Ορθόδοξη Ανατολική Εκκλησία. Οι αποσχισμένοι με τις αιρέσεις και τα σχίσματα ετερόδοξοι Χριστιανοί σε Ανατολή και Δύση δεν είναι εκκλησίες· πρέπει να ενωθούν με την Εκκλησία, αποκηρύσσοντας τις αιρέσεις και τις πλάνες. Επομένως η ενότητα επιτυγχάνεται όχι με την «ένωση των εκκλησιών», αλλά με την «ένωση με την Εκκλησία».

Καθ όλην την διάρκεια της μετά το σχίσμα δεύτερης χιλιετίας έγιναν πολλές απόπειρες για την επίτευξη της ενότητος και μάλιστα με την σύγκληση μεγάλων ενωτικών συνόδων, όπως αυτές της Λυών (1274) και της Φερράρας-Φλωρεντίας (1438-1439). Και ενώ επισήμως αποφασίσθηκε και υπογράφτηκε η Ένωση Ορθοδόξων και Παπικών, σχεδόν από το σύνολο των Ορθοδόξων επισκόπων μελών της συνόδου στην δεύτερη από αυτές, με εξαίρεση τον Άγιο Μάρκο Ευγενικό και μερικούς άλλους, εν τούτοις έμεινε ανεφάρμοστη, ένα απλό κομμάτι χαρτιού. Δεν επεδίωξαν την αληθινή χριστιανική ενότητα και ειρήνη, την ένωση με την αλήθεια· δεν στηρίχθηκαν στο πρότυπο της αληθινής ενότητος, όπως αυτή προκύπτει από την διδασκαλία του Χριστού, των Αποστόλων και των Αγίων, αλλά σε νέα επινοηθέντα ψευδή πρότυπα ενότητος, όπως αυτό της «Ουνίας», που υπηρετούν άλλες σκοπιμότητες εμπαθείς, εγωϊστικές, αυταρχικές και διχαστικές, που όχι μόνο δεν βοήθησαν στην ενότητα, αλλά μεγάλωσαν το χάσμα και προκάλεσαν νέες διαιρέσεις. Αυτό διεπίστωσαν και υπέγραψαν ομόφωνα τα μέλη της Διεθνούς Μικτής Επιτροπής του Θεολογικού Διαλόγου Ορθοδόξων και Ρωμαιοκαθολικών κατά την Στ´ Γενική Συνέλευση της Ολομελείας στο Freising του Μονάχου (Ιούνιος 1990). Το κείμενο γράφει επί λέξει: «Η Ουνία ως μέθοδος, όπου εφηρμόσθη, απέτυχε να υπηρετήση τον σκοπόν της προσεγγίσεως των εκκλησιών. Αντιθέτως προεκάλεσε νέας διαιρέσεις. Η ουτωσί δημιουργηθείσα κατάστασις εγένετο αφορμή συγκρούσεων και δει νών, τα οποία εσφράγισαν την συλλογικήν μνήμην και συνείδησιν των δύο εκκλησιών. Αφ ετέρου δι εκκλησιολογικούς λόγους επαγιώθη η πεποίθησις ότι θα έπρεπε να αναζητηθούν άλλοι τρόποι» (6γ).

Σε παπικά και πατριαρχικά κείμενα, σε μελέτες θεολόγων, ακόμη και στον Θεολογικό Διάλογο, αφήνεται η χιμαιρική εντύπωση ότι δήθεν το νέο μοντέλο ενότητος που επιδιώκεται είναι το εκκλησιολογικό μοντέ λο των «αδελφών εκκλησιών». Στο μνημονευθέν κείμενο του Freising γρά φεται σχετικά: «Τώρα που αι Εκκλησίαι μας συναντώνται επί της εκ κλησιολογικής βάσεως της κοινωνίας μεταξύ αδελφών Εκκλησιών, θα ήτο λυπηρόν να καταστραφή το επιτευχθέν εν τω Διαλόγω σπουδαίον έργον δια την ενότητα των Εκκλησιών, με επιστροφήν εις την μέθοδον της Ουνίας» (6δ). Το μοντέλο αυτό ισχύει πράγματι στις σχέσεις μεταξύ των τοπικών αυτοκεφάλων εκκλησιών της Ορθοδόξου Εκκλησίας, στο οποίο η συνοδικότης και σε τυπικό και σε παγκόσμιο επίπεδο δεν επιτρέπει σε κανένα πρώτο να διεκδικεί παγκόσμια δικαιοδοσία υπεράνω όχι μόνο των λοιπών πατριαρχών, αλλά και υπεράνω των οικουμενικών συνόδων. Την ισότητα όμως των προκαθημένων, ακόμη και των επισκόπων, και την υπεροχική αυθεντία της συνόδου, δεν την δέχεται ούτε πρόκειται να την δεχθεί το Βατικανό, όπως φαίνεται και στις αποφάσεις της Β´ Βατικανής και σε σύγχρονες δηλώσεις και ενέργειες, όπως αυτή της καταργήσεως του παλαιού τίτλου «πατριάρχης της Δύσεως» για τον πάπα, ο οποίος περιορίζει τοπικά την δικαιοδοσία του. Μας κοροϊδεύει και μας παραπλα νά το Βατικανό με το μοντέλο των «αδελφών εκκλησιών», ενώ στην πραγματικότητα επιδιώκει μία νέα Ουνία, διευρυμένη και ελαστική με ολάνοικτα και απεριόριστα τα όρια της ποικιλομορφίας σε όλα τα θέματα πίστεως και ζωής, με μοναδικό όριο την αναγνώριση του πρωτείου του πάπα. Αυτό είναι βασικά το πρότυπο της παλαιάς Ουνίας, το οποίο επιτρέπει στους ενουμένους με την Ρώμη Χριστιανούς να διατηρήσουν τους λειτουργικούς τύπους, τις ιερές εικόνες, την αμφίεση των κληρικών, άλλα ήθη και έθιμα, σε μερικές μάλιστα περιπτώσεις δεν απαιτεί ούτε την ενότητα στην πίστη. Διεπίστωσαν ότι το πρώτο μοντέλο ενότητος που εφήρμοσε ο Παπισμός, ο εκλατινισμός, είτε αυτός γινόταν βιαίως με τις σταυροφορίες, είτε με προσωπικό προσηλυτισμό, δεν είχε μεγάλα και μόνιμα αποτελέσματα, γι αυτό και εκ μέρους των Ιησουϊτών ως πιο αποτελεσματική μέθοδος, που οδηγεί στην ενότητα με τη Ρώμη, επινοήθηκε η απατηλή μέθοδος της Ουνίας, έστω και αν ο τρόπος δεν είναι άγιος και αληθής, αφού κατ αυτούς «ο σκοπός αγιάζει τα μέσα». Κατά την Χριστιανική Ηθική πρέπει και τα μέσα να είναι άγια και ο σκοπός. Δεν επιτρέπεται να καταστρέφεται η ενότητα στην πίστη και στη λατρεία, για τον στόχο της ενότητος κάτω από τον πάπα, που και αυτός είναι ψεύτικος, αντιευαγγελικός, αφού δεν υπάρχει το θεοπαράδοτο και αποστολοπαράδοτο πρότυπο διοικήσεως, δηλαδή το συνοδικό, αλλά η απόλυτη μοναρχία του πάπα. Η αληθινή ενότητα επιτυγχάνεται με την ενότητα στην πίστη, στην λατρεία και στην διοίκηση. Αυτό είναι το πρότυπο ενότητος στην αρχαία Εκκλησία, το οποίο τηρεί και εφαρμόζει απαράλλακτα η Ορθόδοξη Καθολική Εκκλησία. Η μέθοδος της Ουνίας εισάγει ψεύτικη, κατ όνομα, ενότητα, διότι εκτός του ότι επιτρέπει απεριόριστη ποικιλομορφία στην πίστη και στη λατρεία, η οποία ολοφάνερα καταστρέφει την ενότητα, είναι απλώς ένα προσωπείο, μία καρικατούρα, μία μάσκα ενότητος, στηρίζεται και σε αιρετική εκκλησιολογία, διότι με το πρωτείο δικαιοδοσίας του πάπα, που είναι θεσμός ανθρωπίνου δικαίου, ανατρέπει το συνοδικό πολίτευμα διοικήσεως της Εκκλησίας, που είναι θεσμός θείου δικαίου. Η ποικιλομορφία όμως στην Εκκλησία επιτρέπεται μόνο σε δευτερεύοντα θέματα τοπικών παραδόσεων και εθίμων, που δεν θίγουν τα βασικά της πίστεως, της λατρείας και της διοικήσεως.

Όσοι στις ημέρες μας ακολουθούμε και προβάλλουμε την αληθινή ενότητα στην πίστη, στη λατρεία και στην διοίκηση ανησυχούμε για όσα τεκταίνονται και συσκευάζονται άνωθεν, ερήμην του λαού, στον θεολογικό διάλογο με τους παπικούς, όπου στο ετοιμασθέν κείμενο της Ραβέννας που συζητήθηκε και στην Κύπρο τον Οκτώβριο του 2009, παρέσυραν δυστυχώς οι Παπικοί τους Ορθοδόξους σε συζήτηση του ανύπαρκτου παγκόσμιου «πρωτείου» του πάπα, χωρίς το οποίο είναι αδύνατον ο Εωσφορικός Παπισμός να δεχθεί οποιαδήποτε ένωση. Έχουμε επί θύραις νέα Ουνία, γι αυτό και ο συμπρόεδρος της Μικτής Επιτροπής του Διαλόγου, Καρδινάλιος Κάσπερ, εξέφρασε την ικανοποίησή του, γιατί πρώτη φορά μετά από αιώνες οι Ορθόδοξοι συζητούν για κάποιας μορφής παγκόσμιο πρωτείο του πάπα. Το Βατικανό είναι αναξιόπιστο και μας εξαπατά. Δεν μπορεί για τον Παπισμό να υπάρξει ένωση χωρίς το πρωτείο του πάπα· πρέπει να συγκαλέσουν άλλη οικουμενική σύνοδο, για να αλλάξουν την εκκλησιολογία τους· να αλλάξουν το «Περί Εκκλησίας Διάταγμα» της Β´ Βατικανής συνόδου. Ακόμη και αν οι Ρωμαιοκαθολικοί θεολόγοι στον Διάλογο πεισθούν από τους Ορθοδόξους και υπογράψουν κείμενο, όπου καταργείται κάθε μορφής πρωτείο, και γίνονται δεκτά μόνον τα πρεσβεία τιμής του πάπα και άλλων πατριαρχών, υπεράνω δε όλων των πρώτων τεθή η αυθεντία της Οικουμενικής Συνόδου, το κείμενο αυτό θα απορριφθεί αμέσως από την Ρώμη και θα εξαφανισθεί, ως μηδέποτε γενόμενον. Έτσι έγινε με το κείμενο του Freising στο Μόναχο τον Ιούνιο του 1990, το οποίο κατεδίκαζε την Ουνία. Η Ρώμη το απέρριψε, το εξαφάνισε και μας παρέσυρε στη σύνταξη νέου κειμένου για την Ουνία στο Balamand του Λιβάνου το 1993, όπου μία κουτσουρεμένη ορθόδοξη αντιπροσωπεία (απουσίαζαν έξη αυτοκέφαλες εκκλησίες) αθώωσε την Ουνία μαζί με τους παπικούς θεολόγους[2], για να υπάρχει συμφωνία προς την Β´ Βατικανή Σύνοδο, που επαινεί την Ουνία, και για να μπορεί να παραμένει ως πρότυπο ενότητος με τους Ορθοδόξους κατά το κείμενο της Ραβέννας και της Κύπρου. Δηλαδή η Ρώμη δέχεται μόνο όσα συμφωνούν με τις δικές της παρεκκλίσεις και απορρίπτει τα του Ευαγγελίου και της Εκκλησίας. Είναι διάλογος αυτός η προσωπείο και καρικατούρα διαλόγου, σαν την Ουνία; Και δεχόμαστε ακόμη να συμμετέχουμε σε ένα προσχηματικό, ψεύτικο και αναξιόπιστο Διάλογο, του οποίου η κατάληξη είναι γνωστή, η απόρριψη όσων δεν συμφωνούν με τα παπικά δόγματα;

Η στάση της εκκλησιαστικής μας ηγεσίας στα θέματα αυτά μετά τον αρχιεπίσκοπο Σεραφείμ ήταν απογοητευτική. Φθάσαμε στο σημείο πολ λοί από εμάς να σκεπτόμαστε εφαρμογή του 15ου κανόνος της Πρω τοδευτέρας Συνόδου (861 επί Μ. Φωτίου), που επιτρέπει, χωρίς να επιβάλει, την διακοπή του μνημοσύνου των μη ορθοδοξούντων επισκό πων, όπως έπραξαν το 1970 ο υπερεκατοντούτης μητροπολίτης πρώην Φλωρίνης Αυγουστίνος, οι αείμνηστοι μητροπολίτες Παραμυθίας Παύλος και Ελευθερουπόλεως Αμβρόσιος και το σύνολο σχεδόν των Ιερών Μονών του Αγίου Όρους, διακόψαντες το μνημόσυνο του πατριάρχη Αθηναγόρα. Τώρα, μολονότι τα σύννεφα του Οικουμενισμού και του Φιλοπαπισμού είναι ακόμη πυκνά, έχει αρχίσει να ξανοίγει ο ορίζοντας· υπάρχουν ακτίνες φωτός. Υπάρχει η απόφαση της σεπτής Ιεραρχίας της Εκκλησίας της Ελλάδος του περασμένου Οκτωβρίου, η οποία επαναφέρει την πορεία της επί της οδού των ῾Αγίων Πατέρων και καθορίζει τα πλαίσια στα οποία πρέπει να κινηθούν οι αντιπρόσωποί της στον Θεολογικό Διάλογο σχετικά με το «πρωτείο» του πάπα. Υπάρχει η δική σας μεγάλη και στεντόρεια φωνή, η ακοίμητη και διαρκής δράση, Σεβα σμιώτατε Άγιε Πειραιώς. Μας εκπλήσσει η τόλμη και η παρρησία σας σε πλήθος θεμάτων πίστεως και ζωής· τεθήκατε ήδη επί κεφαλής του αντιπαπικού και αντιοικουμενιστικού αγώνος, όπως αποδεικνύει και αυτή η σημερινή ημερίδα που θέσατε υπό την αιγίδα σας. Υπάρχουν οι συνεπίσκοποί σας που υπέγραψαν μαζί σας την «Ομολογία Πίστεως κατά του Οικουμενισμού», άλλοι επίσκοποι που δεν υπέγραψαν, αλλά συμφω νούν, τα έξη αγιορειτικά μοναστήρια που υπέγραψαν και πλήθος άλλο μοναστηριών, ανδρικών και γυναικείων, εκατοντάδες ηγουμένων, ιερο μονάχων, εγγάμων κληρικών και μοναχών και χιλιάδες λαού που υπέγραψαν και εξακολουθούν να υπογράφουν, και έχουν κατακλύσει απόψε, ξεπερνώντας κάθε προσδοκία, την μεγάλη αυτή αίθουσα.

Ελπίζουμε και πιστεύουμε ότι δεν θα οδηγηθούμε σε μία νέα Ουνία, σε αναγνώριση οποιασδήποτε μορφής παγκοσμίου πρωτείου του πάπα. Αν όμως οι δυνατοί και ισχυροί, οι νέοι Βέκκοι, Βησσαρίωνες και Ισίδωροι, επιβάλουν αυτήν την εξέλιξη, θα αγωνισθούμε όλοι με την βοήθεια του Θεού και τις πρεσβείες της Υπεραγίας Θεοτόκου και όλων των ομο λογητών και αγωνιστών Αγίων, για άλλη μία φορά να την ακυρώσουμε και να την αχρηστεύσουμε.


[1] Εὐρεῖα περίληψη τῆς εἰσηγήσεως στήν θεολογική ἡμερίδα «"Πρωτεῖον", Συνοδικότης καί Ἑνότης τῆς Ἐκκλησίας», πού ὀργάνωσε ἡ Ἱερά Μητρόπολη Πειραιῶς (28.4.2010).

[2]. Ὅλα τά σχετικά μέ τήν Οὐνία στόν Διάλογο ὡς καί τά κείμενα τοῦ Freising (1990) καί τοῦ Balamand (1993) βλ. εἰς Πρωτοπρεσβυτέρου Θεοδώρου Ζήση, Οὐνία. Ἡ καταδίκη καί ἡ ἀθώωση,Θεσσαλονίκη 2002.