Κυριακή, 30 Μαΐου 2010

Πρωτοπρ. Θεόδωρος Ζήσης, Η ουνία ως πρότυπο ψευδούς ενότητος

Πρωτοπρεσβύτερος Θεόδωρος Ζήσης

Η ΟΥΝΙΑ ΩΣ ΠΡΟΤΥΠΟ ΨΕΥΔΟΥΣ ΕΝΟΤΗΤΟΣ ΤΑ ΟΡΙΑ ΤΗΣ ΠΟΙΚΙΛΟΜΟΡΦΙΑΣ ΣΕ ΣΧΕΣΗ ΜΕ ΤΗΝ ΕΝΟΤΗΤΑ[1]

Ένα βασικό γνώρισμα του προηγουμένου αιώνος, του εικοστού, ήταν η προσπάθεια να επανεύρει ο χριστιανικός κόσμος την ενότητά του. Μετά την απόσχιση του Παπισμού από την Εκκλησία στις αρχές της δεύτερης χιλιετίας (1054) και την εν συνεχεία απόσχιση των Προτεσταντών από τον Παπισμό, τον 16ο αιώνα, Ανατολή και Δύση ήσαν βαθύτατα διηρημένες, η δε Δύση πολυδιασπασμένη καθ εαυτήν.

Η Εκκλησία βέβαια δεν έχασε ούτε την ενότητα ούτε την καθολικότητα, την ολοκληρία της· η αίρεση και το σχίσμα πληγώνουν και τραυματίζουν το σώμα της Εκκλησίας, δεν την διαιρούν όμως ούτε την χωρίζουν, όπως δεν διαιρείται ένα δένδρο, αν αποκοπεί ένα από τα κλαδιά του. Από της πλευράς αυτής οι χρησιμοποιούμενοι όροι «αδιαίρετη Εκκλησία» των δέκα πρώτων αιώνων και«ένωση των εκκλησιών» είναι εσφαλμένοι. Η Εκκλησία είναι πάντοτε αδιαίρετη και μετά το σχίσμα του 1054, και μετά από οποιοδήποτε σχίσμα. Δεν υπάρχουν έπειτα πολλές εκκλησίες για να ενωθούν. Υπάρχει μόνον η «Μία Αγία, Καθολική και Αποστολική Εκκλησία», που συνεχίζει αδιαίρετα και αδιάκοπα τη ζωή της στην Ορθόδοξη Ανατολική Εκκλησία. Οι αποσχισμένοι με τις αιρέσεις και τα σχίσματα ετερόδοξοι Χριστιανοί σε Ανατολή και Δύση δεν είναι εκκλησίες· πρέπει να ενωθούν με την Εκκλησία, αποκηρύσσοντας τις αιρέσεις και τις πλάνες. Επομένως η ενότητα επιτυγχάνεται όχι με την «ένωση των εκκλησιών», αλλά με την «ένωση με την Εκκλησία».

Καθ όλην την διάρκεια της μετά το σχίσμα δεύτερης χιλιετίας έγιναν πολλές απόπειρες για την επίτευξη της ενότητος και μάλιστα με την σύγκληση μεγάλων ενωτικών συνόδων, όπως αυτές της Λυών (1274) και της Φερράρας-Φλωρεντίας (1438-1439). Και ενώ επισήμως αποφασίσθηκε και υπογράφτηκε η Ένωση Ορθοδόξων και Παπικών, σχεδόν από το σύνολο των Ορθοδόξων επισκόπων μελών της συνόδου στην δεύτερη από αυτές, με εξαίρεση τον Άγιο Μάρκο Ευγενικό και μερικούς άλλους, εν τούτοις έμεινε ανεφάρμοστη, ένα απλό κομμάτι χαρτιού. Δεν επεδίωξαν την αληθινή χριστιανική ενότητα και ειρήνη, την ένωση με την αλήθεια· δεν στηρίχθηκαν στο πρότυπο της αληθινής ενότητος, όπως αυτή προκύπτει από την διδασκαλία του Χριστού, των Αποστόλων και των Αγίων, αλλά σε νέα επινοηθέντα ψευδή πρότυπα ενότητος, όπως αυτό της «Ουνίας», που υπηρετούν άλλες σκοπιμότητες εμπαθείς, εγωϊστικές, αυταρχικές και διχαστικές, που όχι μόνο δεν βοήθησαν στην ενότητα, αλλά μεγάλωσαν το χάσμα και προκάλεσαν νέες διαιρέσεις. Αυτό διεπίστωσαν και υπέγραψαν ομόφωνα τα μέλη της Διεθνούς Μικτής Επιτροπής του Θεολογικού Διαλόγου Ορθοδόξων και Ρωμαιοκαθολικών κατά την Στ´ Γενική Συνέλευση της Ολομελείας στο Freising του Μονάχου (Ιούνιος 1990). Το κείμενο γράφει επί λέξει: «Η Ουνία ως μέθοδος, όπου εφηρμόσθη, απέτυχε να υπηρετήση τον σκοπόν της προσεγγίσεως των εκκλησιών. Αντιθέτως προεκάλεσε νέας διαιρέσεις. Η ουτωσί δημιουργηθείσα κατάστασις εγένετο αφορμή συγκρούσεων και δει νών, τα οποία εσφράγισαν την συλλογικήν μνήμην και συνείδησιν των δύο εκκλησιών. Αφ ετέρου δι εκκλησιολογικούς λόγους επαγιώθη η πεποίθησις ότι θα έπρεπε να αναζητηθούν άλλοι τρόποι» (6γ).

Σε παπικά και πατριαρχικά κείμενα, σε μελέτες θεολόγων, ακόμη και στον Θεολογικό Διάλογο, αφήνεται η χιμαιρική εντύπωση ότι δήθεν το νέο μοντέλο ενότητος που επιδιώκεται είναι το εκκλησιολογικό μοντέ λο των «αδελφών εκκλησιών». Στο μνημονευθέν κείμενο του Freising γρά φεται σχετικά: «Τώρα που αι Εκκλησίαι μας συναντώνται επί της εκ κλησιολογικής βάσεως της κοινωνίας μεταξύ αδελφών Εκκλησιών, θα ήτο λυπηρόν να καταστραφή το επιτευχθέν εν τω Διαλόγω σπουδαίον έργον δια την ενότητα των Εκκλησιών, με επιστροφήν εις την μέθοδον της Ουνίας» (6δ). Το μοντέλο αυτό ισχύει πράγματι στις σχέσεις μεταξύ των τοπικών αυτοκεφάλων εκκλησιών της Ορθοδόξου Εκκλησίας, στο οποίο η συνοδικότης και σε τυπικό και σε παγκόσμιο επίπεδο δεν επιτρέπει σε κανένα πρώτο να διεκδικεί παγκόσμια δικαιοδοσία υπεράνω όχι μόνο των λοιπών πατριαρχών, αλλά και υπεράνω των οικουμενικών συνόδων. Την ισότητα όμως των προκαθημένων, ακόμη και των επισκόπων, και την υπεροχική αυθεντία της συνόδου, δεν την δέχεται ούτε πρόκειται να την δεχθεί το Βατικανό, όπως φαίνεται και στις αποφάσεις της Β´ Βατικανής και σε σύγχρονες δηλώσεις και ενέργειες, όπως αυτή της καταργήσεως του παλαιού τίτλου «πατριάρχης της Δύσεως» για τον πάπα, ο οποίος περιορίζει τοπικά την δικαιοδοσία του. Μας κοροϊδεύει και μας παραπλα νά το Βατικανό με το μοντέλο των «αδελφών εκκλησιών», ενώ στην πραγματικότητα επιδιώκει μία νέα Ουνία, διευρυμένη και ελαστική με ολάνοικτα και απεριόριστα τα όρια της ποικιλομορφίας σε όλα τα θέματα πίστεως και ζωής, με μοναδικό όριο την αναγνώριση του πρωτείου του πάπα. Αυτό είναι βασικά το πρότυπο της παλαιάς Ουνίας, το οποίο επιτρέπει στους ενουμένους με την Ρώμη Χριστιανούς να διατηρήσουν τους λειτουργικούς τύπους, τις ιερές εικόνες, την αμφίεση των κληρικών, άλλα ήθη και έθιμα, σε μερικές μάλιστα περιπτώσεις δεν απαιτεί ούτε την ενότητα στην πίστη. Διεπίστωσαν ότι το πρώτο μοντέλο ενότητος που εφήρμοσε ο Παπισμός, ο εκλατινισμός, είτε αυτός γινόταν βιαίως με τις σταυροφορίες, είτε με προσωπικό προσηλυτισμό, δεν είχε μεγάλα και μόνιμα αποτελέσματα, γι αυτό και εκ μέρους των Ιησουϊτών ως πιο αποτελεσματική μέθοδος, που οδηγεί στην ενότητα με τη Ρώμη, επινοήθηκε η απατηλή μέθοδος της Ουνίας, έστω και αν ο τρόπος δεν είναι άγιος και αληθής, αφού κατ αυτούς «ο σκοπός αγιάζει τα μέσα». Κατά την Χριστιανική Ηθική πρέπει και τα μέσα να είναι άγια και ο σκοπός. Δεν επιτρέπεται να καταστρέφεται η ενότητα στην πίστη και στη λατρεία, για τον στόχο της ενότητος κάτω από τον πάπα, που και αυτός είναι ψεύτικος, αντιευαγγελικός, αφού δεν υπάρχει το θεοπαράδοτο και αποστολοπαράδοτο πρότυπο διοικήσεως, δηλαδή το συνοδικό, αλλά η απόλυτη μοναρχία του πάπα. Η αληθινή ενότητα επιτυγχάνεται με την ενότητα στην πίστη, στην λατρεία και στην διοίκηση. Αυτό είναι το πρότυπο ενότητος στην αρχαία Εκκλησία, το οποίο τηρεί και εφαρμόζει απαράλλακτα η Ορθόδοξη Καθολική Εκκλησία. Η μέθοδος της Ουνίας εισάγει ψεύτικη, κατ όνομα, ενότητα, διότι εκτός του ότι επιτρέπει απεριόριστη ποικιλομορφία στην πίστη και στη λατρεία, η οποία ολοφάνερα καταστρέφει την ενότητα, είναι απλώς ένα προσωπείο, μία καρικατούρα, μία μάσκα ενότητος, στηρίζεται και σε αιρετική εκκλησιολογία, διότι με το πρωτείο δικαιοδοσίας του πάπα, που είναι θεσμός ανθρωπίνου δικαίου, ανατρέπει το συνοδικό πολίτευμα διοικήσεως της Εκκλησίας, που είναι θεσμός θείου δικαίου. Η ποικιλομορφία όμως στην Εκκλησία επιτρέπεται μόνο σε δευτερεύοντα θέματα τοπικών παραδόσεων και εθίμων, που δεν θίγουν τα βασικά της πίστεως, της λατρείας και της διοικήσεως.

Όσοι στις ημέρες μας ακολουθούμε και προβάλλουμε την αληθινή ενότητα στην πίστη, στη λατρεία και στην διοίκηση ανησυχούμε για όσα τεκταίνονται και συσκευάζονται άνωθεν, ερήμην του λαού, στον θεολογικό διάλογο με τους παπικούς, όπου στο ετοιμασθέν κείμενο της Ραβέννας που συζητήθηκε και στην Κύπρο τον Οκτώβριο του 2009, παρέσυραν δυστυχώς οι Παπικοί τους Ορθοδόξους σε συζήτηση του ανύπαρκτου παγκόσμιου «πρωτείου» του πάπα, χωρίς το οποίο είναι αδύνατον ο Εωσφορικός Παπισμός να δεχθεί οποιαδήποτε ένωση. Έχουμε επί θύραις νέα Ουνία, γι αυτό και ο συμπρόεδρος της Μικτής Επιτροπής του Διαλόγου, Καρδινάλιος Κάσπερ, εξέφρασε την ικανοποίησή του, γιατί πρώτη φορά μετά από αιώνες οι Ορθόδοξοι συζητούν για κάποιας μορφής παγκόσμιο πρωτείο του πάπα. Το Βατικανό είναι αναξιόπιστο και μας εξαπατά. Δεν μπορεί για τον Παπισμό να υπάρξει ένωση χωρίς το πρωτείο του πάπα· πρέπει να συγκαλέσουν άλλη οικουμενική σύνοδο, για να αλλάξουν την εκκλησιολογία τους· να αλλάξουν το «Περί Εκκλησίας Διάταγμα» της Β´ Βατικανής συνόδου. Ακόμη και αν οι Ρωμαιοκαθολικοί θεολόγοι στον Διάλογο πεισθούν από τους Ορθοδόξους και υπογράψουν κείμενο, όπου καταργείται κάθε μορφής πρωτείο, και γίνονται δεκτά μόνον τα πρεσβεία τιμής του πάπα και άλλων πατριαρχών, υπεράνω δε όλων των πρώτων τεθή η αυθεντία της Οικουμενικής Συνόδου, το κείμενο αυτό θα απορριφθεί αμέσως από την Ρώμη και θα εξαφανισθεί, ως μηδέποτε γενόμενον. Έτσι έγινε με το κείμενο του Freising στο Μόναχο τον Ιούνιο του 1990, το οποίο κατεδίκαζε την Ουνία. Η Ρώμη το απέρριψε, το εξαφάνισε και μας παρέσυρε στη σύνταξη νέου κειμένου για την Ουνία στο Balamand του Λιβάνου το 1993, όπου μία κουτσουρεμένη ορθόδοξη αντιπροσωπεία (απουσίαζαν έξη αυτοκέφαλες εκκλησίες) αθώωσε την Ουνία μαζί με τους παπικούς θεολόγους[2], για να υπάρχει συμφωνία προς την Β´ Βατικανή Σύνοδο, που επαινεί την Ουνία, και για να μπορεί να παραμένει ως πρότυπο ενότητος με τους Ορθοδόξους κατά το κείμενο της Ραβέννας και της Κύπρου. Δηλαδή η Ρώμη δέχεται μόνο όσα συμφωνούν με τις δικές της παρεκκλίσεις και απορρίπτει τα του Ευαγγελίου και της Εκκλησίας. Είναι διάλογος αυτός η προσωπείο και καρικατούρα διαλόγου, σαν την Ουνία; Και δεχόμαστε ακόμη να συμμετέχουμε σε ένα προσχηματικό, ψεύτικο και αναξιόπιστο Διάλογο, του οποίου η κατάληξη είναι γνωστή, η απόρριψη όσων δεν συμφωνούν με τα παπικά δόγματα;

Η στάση της εκκλησιαστικής μας ηγεσίας στα θέματα αυτά μετά τον αρχιεπίσκοπο Σεραφείμ ήταν απογοητευτική. Φθάσαμε στο σημείο πολ λοί από εμάς να σκεπτόμαστε εφαρμογή του 15ου κανόνος της Πρω τοδευτέρας Συνόδου (861 επί Μ. Φωτίου), που επιτρέπει, χωρίς να επιβάλει, την διακοπή του μνημοσύνου των μη ορθοδοξούντων επισκό πων, όπως έπραξαν το 1970 ο υπερεκατοντούτης μητροπολίτης πρώην Φλωρίνης Αυγουστίνος, οι αείμνηστοι μητροπολίτες Παραμυθίας Παύλος και Ελευθερουπόλεως Αμβρόσιος και το σύνολο σχεδόν των Ιερών Μονών του Αγίου Όρους, διακόψαντες το μνημόσυνο του πατριάρχη Αθηναγόρα. Τώρα, μολονότι τα σύννεφα του Οικουμενισμού και του Φιλοπαπισμού είναι ακόμη πυκνά, έχει αρχίσει να ξανοίγει ο ορίζοντας· υπάρχουν ακτίνες φωτός. Υπάρχει η απόφαση της σεπτής Ιεραρχίας της Εκκλησίας της Ελλάδος του περασμένου Οκτωβρίου, η οποία επαναφέρει την πορεία της επί της οδού των ῾Αγίων Πατέρων και καθορίζει τα πλαίσια στα οποία πρέπει να κινηθούν οι αντιπρόσωποί της στον Θεολογικό Διάλογο σχετικά με το «πρωτείο» του πάπα. Υπάρχει η δική σας μεγάλη και στεντόρεια φωνή, η ακοίμητη και διαρκής δράση, Σεβα σμιώτατε Άγιε Πειραιώς. Μας εκπλήσσει η τόλμη και η παρρησία σας σε πλήθος θεμάτων πίστεως και ζωής· τεθήκατε ήδη επί κεφαλής του αντιπαπικού και αντιοικουμενιστικού αγώνος, όπως αποδεικνύει και αυτή η σημερινή ημερίδα που θέσατε υπό την αιγίδα σας. Υπάρχουν οι συνεπίσκοποί σας που υπέγραψαν μαζί σας την «Ομολογία Πίστεως κατά του Οικουμενισμού», άλλοι επίσκοποι που δεν υπέγραψαν, αλλά συμφω νούν, τα έξη αγιορειτικά μοναστήρια που υπέγραψαν και πλήθος άλλο μοναστηριών, ανδρικών και γυναικείων, εκατοντάδες ηγουμένων, ιερο μονάχων, εγγάμων κληρικών και μοναχών και χιλιάδες λαού που υπέγραψαν και εξακολουθούν να υπογράφουν, και έχουν κατακλύσει απόψε, ξεπερνώντας κάθε προσδοκία, την μεγάλη αυτή αίθουσα.

Ελπίζουμε και πιστεύουμε ότι δεν θα οδηγηθούμε σε μία νέα Ουνία, σε αναγνώριση οποιασδήποτε μορφής παγκοσμίου πρωτείου του πάπα. Αν όμως οι δυνατοί και ισχυροί, οι νέοι Βέκκοι, Βησσαρίωνες και Ισίδωροι, επιβάλουν αυτήν την εξέλιξη, θα αγωνισθούμε όλοι με την βοήθεια του Θεού και τις πρεσβείες της Υπεραγίας Θεοτόκου και όλων των ομο λογητών και αγωνιστών Αγίων, για άλλη μία φορά να την ακυρώσουμε και να την αχρηστεύσουμε.


[1] Εὐρεῖα περίληψη τῆς εἰσηγήσεως στήν θεολογική ἡμερίδα «"Πρωτεῖον", Συνοδικότης καί Ἑνότης τῆς Ἐκκλησίας», πού ὀργάνωσε ἡ Ἱερά Μητρόπολη Πειραιῶς (28.4.2010).

[2]. Ὅλα τά σχετικά μέ τήν Οὐνία στόν Διάλογο ὡς καί τά κείμενα τοῦ Freising (1990) καί τοῦ Balamand (1993) βλ. εἰς Πρωτοπρεσβυτέρου Θεοδώρου Ζήση, Οὐνία. Ἡ καταδίκη καί ἡ ἀθώωση,Θεσσαλονίκη 2002.

Δεν υπάρχουν σχόλια: