Κυριακή, 7 Νοεμβρίου 2010

Ο πειρασμός της πολιτικής και η αναγκαιότητα της ψήφου

Είναι αλήθεια ότι η υπάρχουσα κοινωνική και πολιτική κατάσταση στην Πατρίδα μας είναι ένας μεγάλος πειρασμός για τους συνειδητοποιημένους χριστιανούς. Συνισταμένη και άθροισμα πολλών πειρασμών. Συχνά οδηγούνται οι ορθόδοξοι χριστιανοί στην οργή και στην αγανάκτηση από τα τεκταινόμενα στο χώρο της κοινωνίας και της πολιτικής. Και οι ίδιοι και τα παιδιά τους ζούνε καθημερινά σε όλο και πιο δύσκολες πνευματικά συνθήκες. Η συνείδησή τους εξανίσταται και η ψυχή τους πιέζεται από την περιρρέουσα ατμόσφαιρα. Το μέλλον διαγράφεται ζοφερό, τη στιγμή που ένα παρόν όζει από κάθε άποψη. Και πολλοί διερωτώνται: τι θα γίνει αύριο; Με ένα σχολείο διαλυμένο, μια οικονομία άδικη και μεροληπτική, μια αστυνομία ανίκανη, μια εξωτερική πολιτική ανύπαρκτη και άφωνη, μια Εκκλησία κατώτερη συχνά των περιστάσεων, σε επίπεδο προσώπων, με τους ανθρώπους του πνεύματος πίσω από κάποια σκονισμένα και αραχνιασμένα γραφεία απλά να ροκανίζουν το παρελθόν και τους παχυλούς μισθούς τους, με μια δικαιοσύνη έρμαιο των κομμάτων, μια κρατική μηχανή αναποτελεσματική, μια νεολαία ξενυχτισμένη, ένα στράτευμα που φθίνει, μια άτολμη πολιτική ηγεσία, ένα πανεπιστήμιο παραδομένο στους αναρχικούς, με πολιτικούς που είναι μόνο για τα πανηγύρια και τις δοξολογίες, και, μια κοινωνία, η οποία χτυπιέται από τη διαφθορά, την ανηθικότητα, τα διαζύγια, το δημογραφικό και τη λαθρομετανάστευση;
Αυτή η κατάσταση, έτσι όπως την περιγράφουμε, κι είναι ακόμη χειρότερη, αποτελεί ένα πειρασμό για τους χριστιανούς. Πολυκέφαλο πειρασμό.
Είναι πολύ πιθανόν κάποιοι να παραιτηθούν από κάθε προσπάθεια αλλαγής του κόσμου μέσω του επανευαγγελισμού και της ιεραποστολής και να ζήσουν τον υπόλοιπο χρόνο της ζωής τους σε πνευματικό μαρασμό και απραξία, πράγμα απαράδεκτο χριστιανικά.
Ακόμη μπορεί να πέσουν οι χριστιανοί θύματα πολιτικής ή κομματικής απάτης, όταν παρουσιασθεί ένας πολιτικός ή κομματάρχης, ο οποίος στα λόγια, ίσως και στις προθέσεις, θα ενσαρκώνει τα ιδανικά τους και θα υποστασιάζει τα οράματά τους. Κι όμως αυτός να είναι στην πραγματικότητα ένας απατεώνας ή στην καλύτερη περίπτωση ένας εξωπραγματικός οραματιστής και ανίκανος ιδεολόγος, και στον οποίο, μη υπάρχοντος καλυτέρου, να δώσουν την ψήφο της εμπιστοσύνης τους και να ταυτισθούν μαζί του.
Δεν αποκλείεται αυτοί οι ίδιοι οι χριστιανοί να κρεμάσουν τις ελπίδες τους σε ανελεύθερα συστήματα και χωρίς Θεό και ευσέβεια ανθρώπινα οικοδομήματα και κομματικούς σχηματισμούς μόνο και μόνο επειδή υπόσχονται και πραγματώνουν, ή έτσι λένε, τα ιδανικά της κοινωνικής δικαιοσύνης και της παροχής ίσων ευκαιριών σε όλους, αμνηστεύοντας την αθεϊα τους και τα εγκλήματά τους κατά της ανθρωπότητος,
Επίσης καθόλου απίθανο να αρκεσθούν οι άνθρωποι της πίστεως στην φρούδα ελπίδα ότι στο τάδε ή στο άλλο κόμμα υπάρχουν κάποιοι καλοί άνθρωποι, νησίδες και σταγόνες στον ωκεανό, οι οποίοι όμως δυστυχώς χάνονται μέσα στα αδηφάγα κομματικά γρανάζια και στην απάνθρωπη και απρόσωπη πολιτική του υποκόσμου, των εξαρτήσεων, των έξωθεν πιέσεων, της διαπλοκής, της μίζας και των δωροδοκιών, των απειλών και των διαγραφών.
Δεν αποκλείεται και το γεγονός να αρχίσουν να προτείνουν οι χριστιανοί, και πολύ περισσότερο οι κληρικοί και πατέρες, συγκεκριμένα πρόσωπα, πνευματικά εξαρτώμενα και συσχετιζόμενα με αυτούς και με τα συστήματα των ενοριών και των ορθοδόξων.
Καταλαβαίνουμε ότι όλα αυτά δε συνάδουν και δε συμπίπτουν ακριβώς με την εδώ και αιώνες πρακτική της Ορθοδόξου Εκκλησίας. Πως όμως θα γίνει η πρόσληψη και η θεραπεία της πολιτικής πράξεως και της κοινωνικής ζωής; Θα αφήσουμε την πολιτική χωρίς τη ζωογόνο πνοή του Ευαγγελίου και τη μεταμορφωτική δύναμη της Εκκλησίας; Δε θα ασχολούμαστε με το θέμα αυτό ως κάτι το δαιμονικό και απλησίαστο; Απλώς θα ερχόμαστε μετά να κρίνουμε εκ του ασφαλούς χωρίς συμμετοχή στην διαδικασία και την πρακτική της πολιτικής; Αυτό είναι ένα βασικό ερώτημα και χρήζει απαντήσεως, ίσως και από μέρους της θεολογίας και από μέρους Ιεροσυνοδικής μελέτης και επεξεργασίας.
Εκείνο που ίσως θα μπορούσαμε να πούμε σαν μια πρώτη απάντηση είναι ότι όλα μπορούμε να τα φωτίσουμε και νοηματοδοτήσουμε, δηλ. κριτήρια, ιδέες, περιεχόμενο, μέσα, ηθική και προβληματική της πολιτικής, παθογένεια και θεραπεία, συμπεριφορά, νομιμότητα και παρέκκλιση, σε όλα θα μπορούσαμε να πούμε λόγο θεολογικό και εκκλησιαστικό, όπως π.χ. έκανε ο Πατριάρχης Φώτιος συμβουλεύοντας τον βασιλιά της Βουλγαρίας, πώς να κυβερνά θεάρεστα τον λαό του, όλα, εκτός από το να υποδείξουμε εμείς πρόσωπα κατά την κρίση μας κατάλληλα για την ανάληψη πολιτικής δράσεως. Αυτό είναι το κρίσιμο όριο, πέρα από το οποίο δεν μπορεί να περάσει η εκκλησιαστική παρέμβαση. Είναι η «κόκκινη γραμμή», όπως λένε σήμερα.
Οι ορθόδοξοι ως Εκκλησία και θεολογία μπορούμε να βάλουμε τις αρχές και τις παραμέτρους, να τις υπογραμμίζουμε κάθε φορά, να επαναφέρουμε στην τάξη λαό και άρχοντες, όταν παραβιάζονται οι αξίες και τα ιδανικά του Ευαγγελίου, να κρίνουμε και ελέγχουμε, να διδάσκουμε στο λαό το θείο λόγο και να βελτιώνουμε την πνευματική του κατάσταση ώστε να αποκτά κριτήρια για την επιλογή αρχόντων, να είμαστε εμείς σωστοί στην εκκλησιαστική μας ζωή και πολιτική, διότι η κοινωνία και πολιτεία συχνά, αν όχι πάντοτε, αντιγράφουν την Εκκλησία. «Κατά την Εκκλησία και ο Λαός, κατά τον Λαό και οι Αρχοντες».
Από κεί και πέρα έχει ο λαός σαν σώμα Χριστού και σύνολο βαπτισμένων και μυρωμένων χριστιανών, κατά το μέτρο της Πίστεως και ευσεβείας του προφανώς,το απαραβίαστο προνόμιο και το αναφαίρετο δικαίωμα να επιλέγει κατά την κρίση του τους άρχοντές του, και τους εκκλησιαστικούς και τους πολιτικούς. «Το άγιο Πνεύμα, όπου θέλει πνει» (Ιωάν. γ΄ 8). Σ΄αυτό δεν χρειάζεται συγκεκριμένη υπόδειξη προσώπων, αλλά εφοδιασμό με γνώση και θεολογία, προκειμένου ο καθένας ελεύθερα, ως καλλιεργημένος και συνειδητοποιημένος χριστιανός, χωρίς βεβαίως να διαγράψει το όραμα της άνω Βασιλείας από την προοπτική του, να ψηφίζει – και πρέπει να ψηφίζει οπωσδήποτε - κατά συνείδηση για το καλό της Εκκλησίας, του λαού, του τόπου και το δικό του τελικά, αιρόμενος πάνω από μικροπολιτικά, κομματικά και προσωπικά συμφέροντα.

Χριστιανική Εστία Λαμίας

Δεν υπάρχουν σχόλια: