Τρίτη, 22 Ιουνίου 2010

Επιστολή του Μητροπολίτη Κυθήρων προς την Ιερά Σύνοδο της Εκκλησίας της Ελλάδος για τον Μητροπολίτη Μεσσηνίας Χρυσόστομο

Εν Κυθήροις τη 1η Ιουνίου 2010

Αριθ. Πρωτ.: 493

Προς Την lεράν Σύνοδον της Εκκλησίας της Ελλάδος

Ιωάννου Γενναδίον 14115 21 Αθήνας

Μακαριότατε άγιε Πρόεδρε, Σεβασμιώτατοι άγιοι Συνοδικοί,

Εύχεσθε υπέρ της ελαχιστότητός μου και του φιλοχρίστου Ποιμνίου της θεοσώστου Επαρχίας μου.

Βαθυσεβάστως προάγομαι, εν όψει της κατά πληροφορίας επικειμένης κατ' αυτάς εκτάκτου συγκλήσεως της Σεπτής ημών Ιεραρχίας της Εκκλησίας της Ελλάδος, να καταθέσω ευλαβώς τον από οκταμήνου γεννηθέντα μοι ακόλουθον προβληματισμόν, απτόμενον δογματικού-εκκλησιολογικού θέματος προς εξέτασιν και διευθέτησιν εν Αγίω Πνεύματι υπό της Σεπτής Ανωτάτης ημών Εκκλησιαστικής Αρχής.

Πριν εκθέσω συνοπτικώς και εν αδραίς γραμμαίς το ανακύψαν σοβαρόν τούτο εκκλησιολογικόν πρόβλημα, επιθυμώ να χαιρετίσω εγκαρδίως το γεγονός της συγκλήσεως της Ι.Σ.Ι., πέραν της κατ' έτος κατα μήνα Οκτώβριον, τακτικής Συνελεύσεως Αυτης, και άλλας φοράς, εκτάκτως, -ήδη η επικείμενη Σύνοδος Αυτής θα είναι η τετάρτη εντός του τρέχοντος Εκκλησιαστικού έτους. Και ακολούθως να παρακαλέσω θερμώς και ταπεινώς, ίνα μη περιορίζωνται Αύται εις την αντιμετώπισιν οικονομικών, φορολογικών και εκλογικών μόνον θεμάτων, και δη εν περιώδοις Αγίων Τεσσαρακοστών και προθύροις των μεγίστων Δεσποτικών εορτών των Χριστουγέννων και του Αγίου Πάσχα αλλά πρωτίστως και κυρίως εις σύσκεψιν, θεώρησιν και επίλυσιν κανονικών εκκλησιαστικών ζητημάτων και χρονιζόντων, -ως το εκκρεμούν εισέτι κανονικόν θέμα της αδίκου, αναπολογήτου και αντικανονικής καταδίκης και εκπτώσεως 12 Μητροπολιτών εν έτει 1974, μη αποκατασταθείσης πώποτε της βιαίας, αντιευαγγελικής και αντικανονικής ταύτης πράξεως (περί ου ανεφέρθην προλαβόντως προς Υμάς διά των υπ' αριθ. 157/27-2-2009, 97/8-2-2010, 193/10-3-2010, 194/10-3-2010 και 397/7-5-2010 έγγραφων μου) και το συνημμένον τούτω ψυχρώς αντιμετωπισθέν προσφάτως χαίνον κανονικόν ζήτημα της Ιεράς Μητροπόλεως Αττικής, παρά πάσαν έννοιαν θείου τε, κανονικού και ανθρωπίνου δίκαιου -και ετέρων δογματικών και εκκλησιολογικών θεμάτων, ως το ευθύς αμέσως εκτιθέμενον τοιούτον.

Άπαντες ημείς, Μακαριώτατε άγιε Πρόεδρε και άγιοι Συνοδικοί Αδελφοί Ιεράρχαι, οί συγκροτούντες την Ιεράν Σύνοδον της Ιεραρχίας της Εκκλησίας της Ελλάδος εγενόμεθα κάτοχοι της κοινοποιηθείσης ημίν από 1ης Οκτώβριου 2009 επιστολής του Σεβ. Μητροπολίτου Μεσσηνίας κ. Χρυσοστόμου, απευθυνθείσης πρός τον Ελλογιμώτατον Καθηγητήν κ. Δημήτριον Τσελεγγίδην (Τμήμα Θεολογίας-Τομεύς Δογματικής Θεολογίας) του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης.

Εξ αυτής ηντλήσαμεν χρησίμους πληροφορίας, τας όποιας ο Σεβασμιώτατος ως Αντιπρόσωπος της Εκκλησίας της Ελλάδος εις την Μικτήν θεολογικήν Επιτροπήν του Διαλόγου μεταξύ Ορθοδόξων και Ρωμαιοκαθολικών παρέσχε εις τον Ελλογιμώτατον κ. Καθηγητήν και εις ημάς τοις Ιεράρχαις περί του εν θέματι Διαλόγου και της προ αυτού και μετ' αυτόν τηρούμενης διαδικασίας, δια τας όποιας και τον ευχαριστούμεν.

Όμως, μεταξύ άλλων, ο Σεβ. Μεσσηνίας εις την σελ. 4, παρ. γ' γράφει και τα εξής:

«Στήν §13 του άρθρου σας δεν κατανοώ εις τί έγκειται η επιφύλαξή σας και το «εκκλησιολογικό απαράδεκτο και το αντιφατικό».

«Η Εκκλησία του Χριστού, είναι Μία και Αδιαίρετη, πριν το σχίσμα, σήμερα είναι διηρημενη, αφού βρισκόμαστε σε σχίσμα, αυτό επιβεβαιώνει το περιεχόμενο της §41 του Κειμένου της Ραβέννας».

Και κατωτέρω, εις την επομένην υπ' αριθ. δ' παραγρ. προσθέτει ο Σεβ. Αδελφός :

«...Σας διαφεύγει: Ότι όταν δεν υφίσταται σχίσμα τότε δεν υπάρχει Μία αόρατη Εκκλησία, αλλά η Μία και Αδιαίρετη Εκκλησία, η όποια εκφράζεται σε κάθε τοπική Εκκλησία και δέν θεωρείται αθροιστικώς η Καθολικοτητά της».

Αυτά, συν τοις άλλοις, παρατηρεί ο Σεβ. Μητροπολίτης Μεσσηνίας κ. Χρυσοστομος, απαντών εις τον συνάδελφόν του Καθηγητήν κ. Τσελεγγίδην, Καθηγητής ων και ο ίδιος εις την θεολογικην Σχολήν του Παν/μίου Αθηνών (Τμήμα Θεολογίας, Τομεύς Πατερικών Σπουδών, Ιστορίας Δογμάτων και Συμβολικής). Η πρώτη και άμεσος αντίδρασις του «άκρω δακτύλω» έχοντος γνώσιν και γεύσιν της Ορθοδόξου θεολογίας και Εκκλησιολογίας είναι η εν τη Εκκλησιαστική Υμνογραφία της Μεγ. Εβδομάδος φρασις: «φρίξον ήλιε, στέναξαν η γή».

Μακαριώτατε, Σεβασμιώτατοι άγιοι Αδελφοί,

Άναυδος και εμβρόντητος εκ της τοιαύτης πελώριας εκκλησιολογικής εκτροπής του Σεβασμιωτάτου αγίου Αδελφού εσιώπησα επί 8μηνον προσευχόμενος και αναμένων την επισήμανσιν του δεινού αυτού εκκλησιολογικού ατοπήματος υπό αρχαιοτέρων εμού, κατά τα πρεσβεία της Αρχιερωσύνης, συνεπισκόπων μου, ίνα μη παραμένη επισήμως εκπεφρασμένη η άστοχος και βλάσφημος αύτη, υπό την ευρείαν της λέξεως σημασίαν, εκκλησιολογική τοποθετησις ου μόνον υπό τίνος εν ενεργεία Σεβ. Μητροπολίτου, αλλ' εν ταυτώ και υπό του ενός εκ των δύο αντιπροσώπων Μητροπολιτών της Ελλαδικής ημών Εκκλησίας εις την Μικτήν θεολογικήν Επιτροπήν του Διαλόγου μεταξύ Ορθοδόξων και Ρωμαιοκαθολικών.

Παγία μου αρχή και τακτικής εμπνευσθείσα και διδαχθείσα μοι υπό του αλήστου μνήμης μεγάλου και κατηξιωμένου εις την συνείδησιν σύμπαντος τον Ορθοδόξου Χριστεπωνύμου Πληρώματος λαμπρού Ιεράρχου των καιρών μας αοιδίμου Μητροπολίτου Ύδρας, Σπετσών και Αιγίνης κυρού Ιεροθέου, πολυσεβάστου και ανεκτιμήτου μοι Πνευματικού Πατρός και Γέροντος, είναι τόσον ως μέλος της ΔΙΣ, διακονήσας κατά την 149ην Συνοδικήν περίοδον, ευθύς αμέσως μετά την εκλογήν και χειροτονίαν μου ως Μητροπολίτου Κυθήρων, όσον και ως μέλος της ΙΣΙ να συμμετέχω επαγρυπνών εις τας Συνεδρίας, ακροώμενος πρωτίστως τους αρχαιοτέρους και εμπειροτέρους μου άγιους Συνέδρους, αλλά και τοποθετούμενος κυρίως επί κανονικών και δογματικών ζητημάτων, όταν μάλιστα έτεροι πρεσβύτεροι εμού κατά την Αρχιερωσύνην και την ηλικίαν δεν λαμβάνουν επ' αυτών σαφή θεσιν.

Διά τούτο, μετά πολύμηνον αναμονήν, απεφάσισα να θέσω επισήμως το φλέγον τούτο θέμα, εν όψει μάλιστα της επικειμένης συγκλήσεως της εν θέματι Μικτής Επιτροπής εις Βιέννην, αφού επισήμως, δημοσία και «γυμνή τη κεφαλή» υπεστηρίχθη υπό του Σεβ. Μεσσηνίας, αλλά και επισήμως κατηγγέλθη υπό Ορθοδόξων πιστών εις την Διαρκή Ιεράν Σύνοδον και συχνώς απασχολεί τον εκκλησιαστικόν τύπον. Γνωρίζω, βεβαίως, ότι δια του τρόπου αυτού θα λυπήσω τον άγιον Αδελφόν και θα καταστώ δυσάρεστος εις ωρισμένους, αλλά πιστεύω ακραδάντως ότι εις τοιαύτα ύψιστες σημασίας θεολογικά και εκκλησιολογικά θέματα πρέπει να ισχύη το απόφθεγμα της θύραθεν σοφίας: «φίλος ο Πλάτων, φιλτέρα η αλήθεια» και της θείας σοφίας: «ει ανθρώποις ήρεσκον, Χριστού φίλος ουκ αν ήμην»

1. Ποίον το προκαλούμενον πελώριαν θεολογικόν- εκκλησιολογικόν πρόβλημα;

Ο Σεβ. Μεσσηνίας διατείνεται ότι προ του σχίσματος των Ρωμαιοκαθολικών είχομεν την Μίαν Αγίαν Καθολικήν και Αποστολικήν Εκκλησίαν, την Μίαν και Αδιαίρετον Εκκλησίαν, όπως την αποκαλεί, η οποία, όμως, «σήμερα είναι διηρημένη, αφού βρισκόμαστε σε σχίσμα» και, προφανώς, δεν δυνάμεθα να ομιλώμεν και να πιστεύωμεν εις «Μίαν, Αγίαν, Καθολικήν και Αποστολικήν Εκκλησίαν» άχρις ου αρθή το σχίσμα και επιτευχθή η παρά πάντων επιπόθητος δογματική-εκκλησιολογική ένωσις, η οποία υφίστατο μεν κατά τους εννέα (9) πρώτους χριστιανικούς αιώνας, (οπότε οι μετέπειτα διαφοροποιηθέντες και αποστάντες της ενότητος της πίστεως και της ακαινοτομήτου εκκλησιαστικής παραδόσεως και αποσχισθεντες οριστικώς εν έτει 1054 μ.Χ. απεκόπησαν τελικώς εκ της Μιάς, Αγίας, Καθολικής και Αποστολικής Εκκλησίας), αλλ' έκτοτε διεσαλεύθη και δεν υπάρχει πλέον. Κατά την άποψιν ταύτην του Σεβασμιωτάτου η Αγία του Χριστού Εκκλησία μας θα είναι διά πάντα διηρημένη, εφ' όσον υφίσταται το σχίσμα των Ρωμαιοκαθολικών, αλλά και κατά την ιδίαν λογικήν θα ίσχυε ότι, και εν η περιπτώσει επετυγχάνετο η ένωσις, πάλιν Αύτη, η Μία Εκκλησία θα είναι διηρημένη, λόγω υφισταμένων εσωτερικών σχισμάτων, αλλά και διότι εκ των Ρωμαιοκαθολικών έχουν απ' αιώνων αποσχισθή διαμαρτυρόμεναι αι προτεσταντικαί παραφυάδες.

Ως γνωστόν, διαχρονικώς, από του πρώτου μ.Χ. αιώνος και κατά τους εφεξής, αι αιρέσεις και τα σχίσματα δεν απέλειψαν. Αυτό όμως, εις ουδεμίαν περίπτωσιν σημαίνει ότι η Μία Αγία Καθολική και Αποστολική Εκκλησία ουδ' επί στιγμήν έπαυσε να υφίσταται η υφίσταται πλέον ως διηρημένη. Απεσχισμένοι χριστιανοί υπάρχουν, διηρημένη όμως Εκκλησία όχι, διότι, απλούστατα, δεν δύναται ούτω πως να είναι και να αποκαλήται Εκκλησία.Η μόνη και αληθής Εκκλησία του Χριστού είναι η Ορθόδοξος Εκκλησία, η ακραιφνώς και αναλλοιώτως φυλάττουσα την αρχαιοκαθολικην παράδοσιν, την Ευαγγελικήν, Αποστολικήν και Αγιοπατερικήν πίστιν και κληρονομίαν, η Μία Αγία Καθολική και Αποστολική Εκκλησία. Ο Άγιος Νικόδημος ο Αγιορείτης, ο οποίος παρεικάζει, καθώς αρχαιότερον και ο Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος, την Εκκλησίαν του Χριστού με πλοίον, την ονομάζει νοητήν ναυν με Κυβερνήτην τον Κύριον ημών Ιησούν Χριστόν, πλήρωμα τους Αγίους Αποστόλους και τους διαδόχους αυτών και τους λοιπούς Κληρικούς, επιβάτας όλους τους Ορθοδοξους Χριστιανούς και Ιερόν Πηδάλιον την βίβλον των Ιερών Κανόνων, δεν επιμερίζεται την άποψιν ωρισμένων περί «διϊσταμένων αδελφών και ισοτίμων Αδελφών Εκκλησιών, όταν μάλιστα ανάμεσά των υπάρχει αίρεσις ή σχίσμα. Ομιλεί περί απεσχισμένων χριστιανών και ναυαγών, οι οποίοι εγκατέλειψαν το ιερόν σκάφος της Ορθοδόξου Εκκλησίας και πελαγοδρομούν τήδε κακείσε και η μόνη ελπίς σωτηρίας των είναι να επανέμβουν εν μετανοια εις το θεοκίνητον σκάφος της Αγιωτάτης μας Εκκλησίας, αποκηρύσσοντες το οιονδήποτε σχίσμα και την οποιαδήποτε αίρεσιν.

Ως Επίσκοποι της Εκκλησίας του Χριστού εδώκαμεν, ως γνωστόν, ενώπιον του θεού και του Χριστωνύμου Λαού, κατά την φρικτήν ώραν της Ομολογίας της Πίστεως, ολίγον προ της εις Επίσκοπον χειροτονίας μας, φοβεράς υποσχέσεις ισοβίου εμμονής και προσηλώσεως εις την θεόσδοτον ορθόδοξον πίστιν και τας ιεράς παραδόσεις της Εκκλησίας μας.Ωμολογήσαμεν την εσαεί αφοσίωσίν μας εις την Μίαν Αγίαν Καθολικήν και Αποστολικήν Εκκλησίαν, η οποία παρά το συγκεκριμένον σχίσμα των Ρωμαιοκαθολικών, (το οποίον, ως γνωστόν, κατά τους Αγίους Πατέρας της Εκκλησίας μας, και δη τους Αγίους Γρηγόριον τον Παλαμάν και Μάρκον τον Ευγενικόν, είναι μεμιγμένον με ποικιλωνύμους αιρέσεις και την αντικανονικήν κοσμικήν εξουσίαν του Πάπα, του άρχοντος του κράτους του Βατικανού), και όλα τα λοιπά σχίσματα και τας αιρέσεις, είναι και θα παραμένη η θεματοφύλαξ της ορθοδόξου πίστεως και παραδόσεως και η κιβωτός της σωτηρίας μας. Απαραίτητος προϋπόθεσις της Επισκοπικής χειροτονίας μας ήτο η καθομολόγησις της Αγίας ημών και αμωμήτου Ορθοδόξου πίστεως. Εδόθη η υπόσχεσις διά την αποδοχήν και τήρησιν πάντων «όσα η Μία, Αγία, Καθολική και Αποστολική Εκκλησία των Ορθοδοξων (σ.σ. και ουχί των λοιπών άλλων) πρεσβεύουσα δογματίζει, (και η δήλωσις ότι) ταύτα πρεσβεύων καγώ και πιστεύων, μηδέν προστιθείς, μηδέν αφαιρών, μηδέν μεταβάλλων, μήτε των δογμάτων, μήτε των Παραδόσεων, αλλά τούτοις εμμένων και ταύτα μετά φόβου Θεσύ και αγαθής συνειδήσεως διδάσκων και κηρύττων, πάντα δε όσα Εκείνη κατακρίνουσα ως ετεροδιδασκαλίας αποδοκιμάζει ταύτα καγώ αποδοκιμάζων και αποδιοπομπούμενος διά παντός».

Κατόπιν όλων αυτών πας τις αντιλαμβάνεται ότι η Αγία ημών Ορθόδοξος Εκκλησία ουδέποτε έπαυσε να είναι η Μόνη Εκκλησία, η Μία, Αγία, Καθολική και Αποστολική Εκκλησία, ουδ' επί στιγμήν ποτε απώλεσε την τοιαύτην αυτοσυνειδησίαν της και την αληθή ταυτότητα ταύτης ως της Μόνης Κιβωτού της Σωτηρίας, χωρίς ποτε να αποστρέφεται η να απεμπολή μετά λοιδορίας και βδελυγμίας τους εν πλάνη, σχίσματι και αίρέσει όντας συνανθρώπου μας, αλλά συμπαθώς και φιλευσπλάγχνως αεί προσευχομένη και εργαζομένη υπέρ της των πάντων ενώσεως εν Αγίω Πνεύματι. Προσέτι δε πας τις κατανοεί ότι η αυτή Αγιωτάτη ημών Εκκλησία είναι η πάντοτε Αδιαίρετος και Μία Εκκλησία, αφού είναι «ο Χριστός τιαρατεινόμενος εις τους αιώνας».

Όστις «ου μεμέρισται ποτέ», αλλά τυγχάνει πάντοτε «ο μελιζόμενος και μη διαιρούμενος, ο πάντοτε εσθιώμενος και μηδέποτε δαπανώμενος, αλλά τους μετέχοντας αγιάζων», όπως και η διηνεκώς Αδιαίρετος και τούς πιστούς αγιάζουσα Εκκλησία Του.

και 2. Ποία η ενδεδειγμένη αντιμετώπισις και επίλυσις του σοβαροτάτου αυτού προβλήματος;

Δι' όλων των άνωτέρω παρατεθέντων, Μακαριώτατε Άγιε Πρόεδρε και Άγιοι Συνοδικοί, πιστεύω ότι καταδεικνύεται η ασφαλής οδός της διορθώσεως και επανορθώσεως της εσφαλμένης ταύτης καιρίας δογματικής αποκλίσεως και νενοθευμένης εκκλησιολογίας. Η συγκεχυμένη εκκλησιολογία επιφέρει κλυδωνισμούς εις τα θέματα πίστεως και εκτροπήν εκ της ορθοδόξου πνευματικής τροχιάς. Ούτως εχόντων των πραγμάτων πας τις Επίσκοπος όχι μόνον δεν δύναται να εκπροσωπή την οικείαν Αυτοκέφαλον η Αυτόνομον Ορθόδοξον Εκκλησίαν εις Θεολογικής Επιτροπάς Διαλόγων, έστω και αν προ και μετά τας συναντήσεις μετά των ετεροδόξων αναφέρεται, όπως υπεγραμμίσθη εις την παρελθούσαν Τακτικήν σύγκλησιν της ΙΣΙ, κατά τον παρελθόντα Οκτώβριον, εις την οικείαν Ιεράν Σύνοδον, εν η περιπτώσει δεν εμφορείται υπό υγιούς ορθοδόξου φρονήματος, αλλ' ουδέ «εν καθέδρα πρεσβυτέρων» και «εκκλησία λαού» δύναται να ίσταται και προΐσταται.

Περαίνων την παρούσαν έπιστολήν μου, παράκλησιν θερμήν υποβάλλω όπως, ομού μετά της εγκρίσεως των διαφόρων Kαvovισμών κατά την προσεχή έκτακτον σύγκλησιν της Ιεραρχίας συζητηθή και το ως άνω θέμα. Ο Σεβ. Μητροπολίτης Μεσσηνίας κ. Χρυσόστομος να κληθή εν Συνόδω προφορικώς τε και γραπτώς να ανακαλέση ευθέως και απεριφράστως την εκκλησιολογικήν του ταύτην εκτροπήν και εν τοις πράγμασιν αναίρεσιν του θεμελιώδους εκκλησιολογικού δόγματος του Ιερού Συμβόλου της πίστεως περί της Μιας, Αγίας, Καθολικής και Αποστολικής Εκκλησίας, ήτις θα ήτο αντιφατικόν και εκκλησιολογικώς απαράδεκτον να αποκαλήται μεν Μία, αλλά συγχρόνως να είναι και διηρημένη, να αναγνωρίζωμεν ότι υφίσταται το σχίσμα των Ρωμαιοκαθολικών, και ενώ τούτο είναι παραδεκτόν να μη ομολογώμεν την Καθολικήν, Αποστολικήν και ακαινοτόμητον Εκκλησίαν των Ορθοδόξων ως την Μίαν, Αγίαν, άτμητον και Αδιαίρετον και εκ του σχίσματος αμίαντον.

Να ομολογήση ευθαρσώς και τιμίως ο Σεβ. Αδελφός ότι η Αγιωτάτη του Χριστού Ορθόδοξος Εκκλησία είναι κατά το Ιερόν Σύμβολον της Πίστεως και την Ομολογίαν Πίστεως, την οποίαν εδώκαμεν προ της εις Επίσκοπον χειροτονίας μας, ως προανέφερον, η Μια Αγία Καθολική και Αποστολική Εκκλησία, Αδιαίρετος απ' αρχής, και νυν και αεί, ως φορεύς της Κυριακής Διδαχής, της Αποστολικής και Αγιοπατερικής Παραδόσεως, των όρων, των δογμάτων και των Ιερών Κανόνων τών Αγίων Οικουμενικών και Τοπικών Συνόδων.

Εάν, παρ' ελπίδα, τούτο δεν συμβή, τότε βάσει αυτών τούτων των θείων και Ιερών Κανόνων και δογμάτων και της ιεράς Ορθοδόξου Παραδόσεως ου μόνον ως Αντιπρόσωπος της Ελλαδικής ημών Εκκλησίας εις τον εν θέματι θεολογικόν Διάλογον, ούδε ως Επίσκοπος δύναται του λοιπού να λογίζεται, ως μη ορθοτομών τον λόγον της Θείας Αληθείας.

Ειλικρινώς δηλώ ότι χαίρομαι και θεωρώ τιμητικήν την παρουσίαν εις το Σώμα της ΙΣΙ Αδελφών συνεπισκόπων Καθηγητών του Πανεπιστημίου και διδακτόρων. Αι απαιτήσεις, όμως, όλων μας είναι ηυξημέναι εις τας περιπτώσεις αυτάς. Εις την λίαν κρίσιμον εποχήν και περίοδον, την οποίαν διερχόμεθα ως Εκκλησία και Έθνος, αντιμετωπίζοντες το καταλυτικόν ρεύμα της παγκοσμιοποιήσεως της «νέας εποχής», είναι αναγκαίον και απαραίτητον να πορευθώμεν εις την Ευρώπην και τον υπόλοιπον κόσμον ου μόνον ως Έλληνες, κατά τον δόκιμον πολιτικόν αναλυτήν κ. Κων/νον Χολέβαν, αλλά και, κυρίως, ως Ορθόδοξοι.

Ευχόμενος από καρδίας ευλογημένην και πλουσιόκαρπον την αρξαμένην αγίαν περίοδον τής νηστείας των Αγίων Αποστόλων διατελώ.

Μετά βαθυτατου σεβασμού

Ο Μητροπολίτης

† Ο Κυθήρων Σεραφείμ

Δεν υπάρχουν σχόλια: